Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΥΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, ΜΕΡΟΣ Β΄


Από την Ανατολική Γερμανία στον ευρωπαϊκό Νότο


Τζωρτζ Γκρος, «Ρομπότ της δημοκρατίας», 1920
Γκρέθε Γιούργκενς, «Γραφείο ευρέσεως εργασίας», 1929
Τα χρόνια 1991-1993, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, πουλήθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες χιλιάδες επιχειρήσεις, συχνά ως απλά ακίνητα, και βρέθηκαν στο δρόμο 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενοι. Οι αγοραστές ήταν γνωστές δυτικογερμανικές και μεγάλες ξένες επιχειρήσεις, μαζί με εκατοντάδες τυχάρπαστους επιχειρηματίες ποικίλων προελεύσεων. Η αξία της κρατικής βιομηχανίας της Ανατολικής Γερμανίας είχε εκτιμηθεί ανάμεσα σε 200 και 600 δισεκατομμύρια μάρκα. Από τη ρευστοποίησή της όμως η Treuhand εισέπραξε μόνο 44 δισεκατομμύρια και πήρε υποσχέσεις από τους αγοραστές ότι θα επένδυαν άλλα 170 δισεκατομμύρια στις επιχειρήσεις που απέκτησαν.
Η όλη επιχείρηση εξελίχθηκε σε λεηλασία της δημόσιας περιουσίας τόσο της τέως Ανατολικής, αλλά και της Δυτικής Γερμανίας. Παρά τον στόχο της ιδιωτικοποίησης στο όνομα της μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας του ιδιωτικού σε σχέση με το δημόσιο, η διαδικασία ήταν άκρως πολιτικοποιημένη. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα έλεγχε την Treuhand, η Μπρίγκιτ Μπρόυελ, που διαδέχθηκε τον Ρόβεντερ, ήταν υπουργός Οικονομικών της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης της Κάτω Σαξωνίας και συγγένευε με επικεφαλής ιδιωτικών τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών. Οι Χριστιανοδημοκράτες φαίνεται ότι επωφελήθηκαν από παράνομες πληρωμές, οι οποίες ως σκάνδαλα σημάδεψαν την αποχώρηση του Χέλμουτ Κολ από την πολιτική. Ορισμένα από αυτά φημολογείται ότι συνδέονταν με παρεμβάσεις ξένων κυβερνήσεων υπέρ των δικών τους επιχειρήσεων, που διεκδικούσαν κομμάτια από το κουφάρι της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας.
Τα σκάνδαλα της Treuhand απασχόλησαν επί σειρά ετών τα δικαστήρια, καθώς
δεκάδες υπάλληλοί της κατηγορήθηκαν ότι χρηματίσθηκαν και πολλοί αγοραστές επιχειρήσεων διώχθηκαν για αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων και απάτη. Για την ανατολικογερμανική κοινωνία το τραύμα δεν υπήρξε όμως μόνο οικονομικό, αλλά ταυτόχρονα δημογραφικό και ηθικό. Μέσα σε λίγα χρόνια, ο πληθυσμός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μειώθηκε από 18 σε 15 περίπου εκατομμύρια, ενώ η πτωτική τάση συνεχίζεται. Ειδικευμένοι εργάτες, μηχανικοί, γιατροί και γενικότερα τα νεότερα και δυναμικότερα μέλη της κοινωνίας εγκαταστάθηκαν στη Δυτική Γερμανία, όπου μπορούσαν να βρουν εργασία και με καλύτερους όρους. Αντίστροφα, μερικές χιλιάδες στελέχη της πολιτικής, της διοίκησης, της εκπαίδευσης και των επιχειρήσεων από τη Δυτική Γερμανία, που δεν είχαν σπουδαίες προοπτικές εκεί, βρήκαν διέξοδο αναλαμβάνοντας ως οιονεί στελέχη αποικιακής διοίκησης ανώτερες θέσεις στις ανατολικογερμανικές «Νέες Χώρες».
Άνοιξε έτσι ένα ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στους «Όσι» και τους «Βέσι», που τροφοδοτείτο από πλήθος στερεότυπα, συχνά εμβαπτισμένα σε ανθρωπολογικές και άλλες «επιστημονικές» αναλύσεις, το οποίο δεν έχει γεφυρωθεί μέχρι σήμερα και εκφράζεται πολιτικά στην υποστήριξη που παρέχουν οι Ανατολικογερμανοί στο κόμμα της Αριστεράς (die Linke), που συγκυβερνά σε μερικά κρατίδια, και στην ισχυρή παρουσία των νεοναζιστικών οργανώσεων στις ανατολικές περιοχές. Το πολιτικό αυτό ρίσκο, εάν θεωρηθεί τέτοιο, το γερμανικό πολιτικό σύστημα μπορεί να το διαχειρισθεί. Διαθέτει, εξάλλου, ένα σημαντικό νομικό και αστυνομικό οπλοστάσιο που όμοιό του δεν υπάρχει σε καμιά άλλη δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Η πρόσφατη αποκάλυψη ότι η πολιτική ασφάλεια (υπηρεσία προστασίας του Συντάγματος) έχει υπό επιτήρηση την ηγεσία και δεκάδες βουλευτές του κόμματος die Linke προκάλεσε περιορισμένη συγκίνηση και θεωρήθηκε σύμφωνη με τις προβλέψεις του Συντάγματος.
Η διαχείριση των οικονομικοκοινωνικών συνεπειών της επανένωσης αποδείχθηκε πολύ δυσκολότερη από ό,τι εκείνη των πολιτικών. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές από τη Δυτική Γερμανία προς την Ανατολική, για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της ενοποίησης, αποτελούσαν μεγάλο βάρος για τον δημόσιο προϋπολογισμό. Η λειτουργία της Treuhand και μόνο άφησε χρέος 250 δισεκατομμυρίων μάρκων, που το επωμίσθηκε ο δημόσιος προϋπολογισμός. Με την εκκαθάριση του παραγωγικού δυναμικού της Ανατολικής Γερμανίας και την παγίωση του πολιτικού ελέγχου των Δυτικογερμανών σε αυτήν, το δημοσιονομικό βάρος της διατήρησης των κοινωνικών παροχών προς τους πολίτες που είχαν θιγεί οικονομικά από την επανένωση θεωρήθηκε αφόρητο για την ομαλή αναπαραγωγή του συστήματος. Έτσι, στα τέλη της δεκαετίας του 1990 άρχισαν να πληθαίνουν οι εκκλήσεις από πολιτικούς, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου της Δημοκρατίας Ρόμαν Χέρτσογκ, επιχειρηματίες και διανοούμενους για ένα «τράνταγμα» που θα ξεσκούριαζε το γερμανικό κράτος πρόνοιας και την αγορά εργασίας.
Αυτό που ήταν αδιανόητο ή δύσκολο να συμβεί με κυβέρνηση Χριστιανοδημοκρατών, έγινε από την κυβέρνηση συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών και Πρασίνων — και η συμβολή των τελευταίων στην αποσυναρμολόγηση του κράτους πρόνοιας στο όνομα της ατομικής ελευθερίας δεν υπήρξε αμελητέα. Από την 1η Ιανουαρίου 2005 εφαρμόσθηκε μια νέα προνοιακή πολιτική που εισήγαγε η κυβέρνηση Σρέντερ, γνωστή ως Hartz IV, από το όνομα του Peter Hartz, επικεφαλής της επιτροπής που την εισηγήθηκε, προσωπάρχη της Volkswagen. Κύριος στόχος ήταν να μειώσει τις κοινωνικές παροχές προς τους μακροχρόνια ανέργους και να τους εξωθήσει να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας, αναλαμβάνοντας χαμηλά αμειβόμενες απασχολήσεις. Οι μακροχρόνια άνεργοι ανήκαν κυρίως σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Τη μεγαλύτερη την αποτελούσαν οι άνεργοι στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου, παρά την εκροή μεγάλου μέρους του ενεργού πληθυσμού προς τη Δύση, το ποσοστό ανεργίας παρέμενε γύρω στο 20%. Η άλλη ομάδα ήταν τα παιδιά της πρώτης γενιάς μεταναστών, κυρίως από την Τουρκία και άλλες μουσουλμανικές χώρες, που δεν είχαν ολοκληρώσει τη σχολική τους εκπαίδευση. Σε αυτούς προστίθονταν τα συνήθη περιθωριακά άτομα των βιομηχανικών κοινωνιών.
Η επιβολή αυτής της πολιτικής, που προκάλεσε δυναμικές πολιτικές διαμαρτυρίες και συνέβαλε στην εκλογική ήττα του SPD το 2005 και το 2009, συνοδεύθηκε από μια μεγάλης κλίμακας προπαγανδιστική εκστρατεία, με στόχο να διασύρει την προηγούμενη κοινωνική πολιτική ως απαρχαιωμένη και αναποτελεσματική, και να απενοχοποιήσει την κοινωνία για την εγκατάλειψη των ανέργων παρουσιάζοντάς τους ως κοινωνικά απροσάρμοστους. Στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας, η Ομοσπονδιακή Αρχή για την Εργασία (γερμανικός ΟΑΕΔ) μετονομάσθηκε σε Πρακτορείο Εργασίας (Agentur) και αναδιοργανώθηκε στο πρότυπο των ιδιωτικών γραφείων στρατολόγησης εργαζομένων ορισμένου χρόνου (Jobcenters). Επίσης, έγινε μεγάλη προβολή των Α.Ε.-Εγώ (Ich AG), της μετατροπής δηλαδή των ανέργων σε ανεξάρτητους επαγγελματίες-επιχειρηματίες, με κάποια στοιχειώδη αρχική επιδότηση.
Παρά όμως τον κυρίαρχο λόγο περί αυτενέργειας και προσωπικής ελευθερίας, το νέο καθεστώς διατηρούσε τον λεπτόλογο υπολογισμό των ποικίλων παροχών προς τους ανέργους, με μικρότερα όμως ποσά, ενώ εισήγαγε πρωτόγνωρους περιορισμούς της προσωπικής ελευθερίας τους. Πιο χαρακτηριστικός, η υποχρέωση των μακροχρόνια ανέργων να αναλαμβάνουν εργασίες κοινοτικού ενδιαφέροντος ή ανθρωπιστικού χαρακτήρα σε δήμους, νοσοκομεία, σχολεία κλπ., με ωριαία αμοιβή που από τον νόμο δεν μπορούσε να ξεπεράσει το 1,50 ευρώ. Σε πολλές περιπτώσεις, οι εργοδότες όρισαν την αμοιβή στο 1 ευρώ (1 euro Jobs). Αυτοί που προσλαμβάνονται σε τέτοιες εργασίες δεν απολαμβάνουν τα ασφαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα των κανονικών εργαζόμενων. Οι εργοδότες τους όμως επιδοτούνται για τις θέσεις που προσφέρουν.
Η πολιτική πέτυχε τους στόχους της. Το κόστος ενίσχυσης των ανέργων μειώθηκε, πολλαπλασιάσθηκαν οι περιπτώσεις επισφαλούς απασχόλησης κυρίως με τη μορφή ανάθεσης έργου και συμπιέσθηκαν οι κατώτερες αμοιβές, όπως δείχνει και η έντονη συζήτηση σήμερα στη Γερμανία για την εισαγωγή διά νόμου κατώτερου μισθού. Η συμπίεση του κόστους της εργασίας έπαιξε μεγάλο ρόλο στο ξεπέρασμα της ύφεσης του 2009, αν και δεν ήταν ο μοναδικός ούτε ο κυριότερος παράγοντας. Σημαντικότερη ίσως συμβολή είχε ό,τι είχε απομείνει από το γερμανικό μοντέλο κοινωνικής συναίνεσης. Τη στιγμή της βαθύτερης ύφεσης, η γερμανική κυβέρνηση επενέβη για να συγκρατήσει την ανεργία, ενθαρρύνοντας συμφωνίες εργοδοτών και συνδικάτων για την προσωρινή εισαγωγή της μερικής απασχόλησης και αναπληρώνοντας μέρος των εισοδηματικών απωλειών που συνεπαγόταν για τους μισθωτούς. Η μείωση του κόστους της εργασίας, η άνοδος της παραγωγής και των εξαγωγών δεν πρέπει να μας κάνει να παραβλέπουμε ότι δεν επωφελήθηκαν όλοι οι Γερμανοί. Η ψαλίδα των εισοδημάτων έχει διευρυνθεί και πολλοί κανονικοί εργαζόμενοι δεν μπορούν πλέον να ζήσουν με τον μισθό τους, ενώ 15% των παιδιών εξαρτώνται από τα προνοιακά επιδόματα του Hartz IV. Η σκληρή στάση της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στις υπερχρεωμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποσκοπεί, ανάμεσα στα άλλα, να στρέψει σ’ αυτές τη δυσαρέσκεια των δυσπραγούντων τμημάτων της γερμανικής κοινωνίας αδιαφορώντας, αν έτσι αναζωπυρώνει τις εθνικιστικές προκαταλήψεις.
Η εξαθλίωση των ευρωπαϊκών οικονομιών μοχλός στην ανάπτυξη της Γερμανίας
Καρλ  Χούμπουχ, «Ο κολυμβητής της Κολωνίας», 1923Ζαλισμένο από τις επιτυχίες της οικονομίας του, με μειωμένο αυτοέλεγχο καθώς δεν συναντά αντίσταση από τις οικονομικές και πολιτικές ηγεσίες των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών, το άρχον κοινωνικό συγκρότημα στη Γερμανία αισιοδοξεί ότι θα μπορέσει να επιβάλει αυτό το μοντέλο σε όλη την Ευρώπη. Στόχος δεν είναι να γίνουν οι άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες εξίσου ανταγωνιστικές με τη γερμανική, αλλά η εξαθλίωσή τους να συντηρήσει την ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, όπως έγινε με τη διάλυση του παραγωγικού ιστού της Ανατολικής Γερμανίας. Αυτό, με δύο τρόπους. Πρώτον, με την προμήθεια εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού (μηχανικοί, γιατροί) που θα καλύψει τα κενά τα οποία δημιουργεί η γερμανική υπογεννητικότητα και οι αγκυλώσεις του εκπαιδευτικού συστήματος. Κατά την επίσκεψη Μέρκελ στην Ισπανία τον Φεβρουάριο του 2011, ο υπαρχηγός της κοινοβουλευτικής ομάδας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος ζήτησε το ζήτημα της προσέλκυσης εξειδικευμένων Ισπανών εργατών να τεθεί στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων, ενώ οικονομικοί εμπειρογνώμονες στη Γερμανία εκθειάζουν τη στρατολόγηση ειδικευμένου προσωπικού ως μεγάλη υπηρεσία της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή υπόθεση.
Δεύτερον, με την εξαγορά, σε εξευτελιστικές τιμές, δημόσιων και ιδιωτικών επιχειρήσεων του ευρωπαϊκού Νότου. Κατά τα άλλα, η σημερινή δομή της γερμανικής οικονομίας την έχει καταστήσει αδιάφορη στο ενδεχόμενο να χάσει τις αγορές της νότιας Ευρώπης. Υπολογίζουν ότι στις χώρες αυτές θα επιβιώσει μια μικρή ζήτηση για τα προϊόντα που τους ενδιαφέρουν  – οι εφοπλιστές, π.χ., θα έχουν πάντα ανάγκη από ακριβά αυτοκίνητα. Οι όποιες απώλειες ζήτησης στον ευρωπαϊκό Νότο θα υπεραντισταθμισθούν από τη ζήτηση στις αγορές των BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Εξάλλου, οι εγκαταστάσεις των γερμανικών βιομηχανικών επιχειρήσεων στη Γερμανία έχουν εξαντλήσει σήμερα το παραγωγικό τους δυναμικό, και μια επέκταση των παραγωγικών εγκαταστάσεων στο εσωτερικό είναι στις περισσότερες περιπτώσεις ασύμφορη.
Αντίστροφα, μια χαλαρότερη εισοδηματική πολιτική στη Γερμανία και η αναθέρμανση της ζήτησης σε αυτήν λίγο μόνο θα ωφελήσει τις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου. Η δέσμη προϊόντων που θα μπορούσαν να εξαγάγουν αυτές οι χώρες δεν θα μπορέσει ποτέ να προσφερθεί σε ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με την προσφορά από τα BRIC. Αλλά ούτε κάτι τέτοιο είναι επιθυμητό για τους γερμανούς ιθύνοντες, αντίθετα αντιμετωπίζεται με ανησυχία, γιατί θα μπορούσε να δυσχεράνει τις ανταλλαγές τους με τις εξωτικές χώρες. Από μια αναθέρμανση της ζήτησης μέσω μιας χαλαρότερης εισοδηματικής πολιτικής στη Γερμανία και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά θα μπορούσε να επωφεληθούν η Γαλλία και η Ιταλία με το εμπορικό καλάθι από διαρκή καταναλωτικά αγαθά και καταναλωτικά προϊόντα πολυτελείας (αρώματα, υφάσματα, μόδα, ποτά κ.ά.) που προσφέρουν.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχή της ελληνικής κρίσης η Κριστίν Λαγκάρντ, υπουργός Οικονομικών τότε της Γαλλίας, ζήτησε αλλαγή της εισοδηματικής πολιτικής στη Γερμανία, για να αναθερμανθεί η ενδοευρωπαϊκή ζήτηση. Κάτι ανάλογο ζήτησε στο Βερολίνο και ο Κ. Σημίτης από τις χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά. Αντίθετα με τη Γαλλία, οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου πολύ λίγο θα επωφελούνταν από κάτι τέτοιο. Το κατρακύλισμα της Ελλάδας στη σειρά των προμηθευτών της γερμανικής οικονομίας ανάμεσα στο 1981 και σήμερα δείχνει ότι έχει παύσει να υφίσταται η συμπληρωματικότητα ανάμεσα στις δύο οικονομίες που είχε διαμορφωθεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μείωση του μισθολογικού κόστους που απαιτούν σήμερα οι δανειστές της Ελλάδας δεν έχει ως στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις και να καταστήσει την Ελλάδα «πλατφόρμα» της γερμανικής οικονομίας για τις εξαγωγές της προς την Κίνα, όπως φαντασιώνονται υποστηρικτές, αλλά και μερικοί επικριτές της πολιτικής του μνημονίου. Πιθανότερο είναι ότι με τη μείωση του μισθολογικού κόστους επιδιώκεται η συνεπακόλουθη μείωση του κόστους των προνοιακών πολιτικών.
Η εφαρμογή της πολιτικής της γερμανικής ενοποίησης στην Ελλάδα και τα όρια που θέτει η εθνική κυριαρχία
Η κατ’ αναλογία εφαρμογή της πολιτικής της γερμανικής ενοποίησης στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου συναντά κάποια πραγματικά όρια που θα μπορούσε να θέσει η εθνική κυριαρχία. Εδώ δεν πρόκειται για μία χώρα, αλλά για δύο, τυπικά και ουσιαστικά, ξεχωριστές. Έτσι, η εφαρμογή αυτής της πολιτικής σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ένα πρωτόγνωρο πείραμα. Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκη λόγω της παρουσίας του ΔΝΤ, στο οποίο και άλλες χώρες, με πρώτη τις ΗΠΑ, ασκούν επιρροή. Δεν είναι σαφές αν συμφωνούν με τους στόχους της γερμανικής πολιτικής ή την προωθούν περιμένοντας να επωφεληθούν από την αποτυχία της. Στο επίπεδο της σύγκρισης των δύο χωρών, στη Γερμανία το σύστημα είναι υποχρεωμένο να φροντίσει να υπάρξουν, στην οικονομική και κοινωνική έρημο που δημιούργησε στην τέως Ανατολική Γερμανία, νησίδες ευημερίας και «αριστείας», όπως τα εργοστάσια μερικών μεγάλων επιχειρήσεων, τα πανεπιστήμια και τα παραρτήματα ερευνητικών κέντρων σε τομείς αιχμής.
Δεν υπάρχει καμιά εσωτερική πολιτική πίεση για να επιδειχθούν παρόμοιες ευαισθησίες στην Ελλάδα. Ο τουρισμός και η αγροτική παραγωγή διακηρύσσεται ότι αρκούν στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Από την άλλη όμως, η χώρα είναι τυπικά ανεξάρτητη και, σε αντίθεση με την Ανατολική Γερμανία, διαθέτει μια αστική τάξη, έχει δηλαδή δικούς της κοινωνικούς φορείς οικονομικών συμφερόντων, που θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσαν να έχουν διαφορετική γνώμη. Ωστόσο, από άγνοια, ελαφρότητα ή και σκοπιμότητα οι διαφορετικές μερίδες του άρχοντος ελληνικού κοινωνικού συνασπισμού συμμορφώθηκαν στην εντέλεια με τις απαιτήσεις της γερμανικής πολιτικής. Έχει επισημανθεί ότι η επέμβαση του ΔΝΤ και της Ε.Ε. έγινε δεκτή από πολλούς ως η ευκαιρία για να διεξαχθεί κάτω από καλύτερους όρους για το ελληνικό κεφάλαιο η ταξική πάλη. Είχε θολώσει η κρίση όσων δήλωναν «έχω μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο ΔΝΤ και την Ε.Ε. από όσο στους έλληνες πολιτικούς», ενώ γνώριζαν τα αίτια και τους κινδύνους που έκρυβε η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας. «Εφόσον συνεχιστεί, το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών θα έχει ως αποτέλεσμα είτε το μεγαλύτερο δανεισμό της χώρας είτε τη σταδιακή εξαγορά του ελληνικού κεφαλαίου από τους ξένους, με αρνητικές επιπτώσεις στο μελλοντικό βιοτικό επίπεδο, αφού στο μέλλον το εισόδημα των κατοίκων της Ελλάδας θα προέρχεται κυρίως από την εργασία, και όχι τόσο από την κατοχή κεφαλαίου» (Γκίκας Χαρδούβελης ραδιόφωνο ΝΕΤ 4.4.2010 και ο ίδιος στο Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση και η Ελλάδα, σ. 38, Economia Business Tank, Αθήνα Φεβρουάριος 2009).
Μόνο χάρη στην ευρύτατη υποστήριξη των οικονομικών κύκλων, του Τύπου και των διανοουμένων μπόρεσε ο «κυβερνών διεφθαρμένο λαό» Γ. Παπανδρέου να προωθήσει την επιχείρηση αυτοενοχοποίησης του ελληνικού λαού. Ποιος θυμάται σήμερα τη διακριτικότητα με την οποία ο Τύπος υποδέχθηκε την επί μήνες και σοβούσης της οικονομικής κρίσης αναζήτηση γενικών γραμματέων των οικονομικών υπουργείων μέσω του διαδικτύου ή τα φροντιστηριακά μαθήματα καθηγητών του Χάρβαρντ προς τους υπουργούς για τη διαχείριση κρίσεων γενικώς, ενώ το ζήτημα ήταν η δημοσιονομική κρίση που χτυπούσε τις πόρτες των γραφείων τους;
Απίθανοι υπολογισμοί, όπως εκείνοι της μελέτης του ΙΟΒΕ ότι η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων θα πρόσθετε, μέσα σε λίγα χρόνια, 13% στο ΑΠΕ και η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας άλλα 3,5% προσφέρουν το άλλοθι στους εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ για να αποδώσουν, στην τελευταία τους έκθεση, την παταγώδη αποτυχία της πολιτικής τους στην καθυστέρηση των λεγόμενων διαρθρωτικών αλλαγών, επιχείρημα που εύκολα αναπαράγουν οι έλληνες υποστηρικτές των μνημονιακών πολιτικών. Τελευταία, ο ελληνικός Τύπος είναι γεμάτος από αλληλοκατηγορίες εκπροσώπων εργοδοτικών οργανώσεων ότι είναι αυτοί οι εισηγητές των καταστροφικών μέτρων που επιβάλλει η τρόικα.
Η έμφαση στους μισθούς και τις συντάξεις είχαν θέσει προσωρινά σε δεύτερη μοίρα τη συζήτηση για την εκποίηση της κρατικής περιουσίας, και κινδυνεύει να ξεχασθεί η ελληνική συμβολή σε αυτόν τον τομέα. Την άνοιξη του 2011 η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και η αντιπολίτευση της ΝΔ του Ζαπείου Ι και ΙΙ διαπληκτίζονταν για την πατρότητα της ιδέας της «αξιοποίησης» κρατικής περιουσίας, που υποτίθεται ότι θα απέφερε μέχρι το 2015 50 δισεκατομμύρια. Την ίδια εποχή, γερμανοί οικονομολόγοι δέχονταν μεν ότι οι ελληνικές τράπεζες με τις συμμετοχές τους στα Βαλκάνια και ορισμένες ελληνικές ΔΕΚΟ έχουν ενδιαφέροντα στοιχεία στο ενεργητικό τους, αλλά έκριναν ότι η αποτίμησή τους ήταν «ακόμα» πολύ υψηλή, παρόλο που είχε ήδη πέσει πάνω από 50% σε σχέση με εκείνη πριν από την κρίση.
Αυτό δεν εμπόδισε, λίγους μήνες αργότερα, τον Στ. Μάνο, τον Ι. Στουρνάρα και τον «έχοντα πολυετή πείρα στο real estate» Γ. Παναγιωτίδη να συμπήξουν την Πρωτοβουλία Κάππα και να παρουσιάσουν το σχέδιο «Αρχιμήδης» για την απόσβεση του δημόσιου χρέους μέσω της εκποίησης της δημόσιας και δημοτικής ακίνητης περιουσίας που θα είχε μεταβιβασθεί σε μια εταιρία ειδικού σκοπού την οποίαν ευελπιστούσαν ότι θα χρηματοδοτούσε και διοικούσε η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το EFSF.
Η κερδοσκοπία των ελλήνων αστών εναντίον της πολιτικής που χειροκροτούν
Οι θεωρίες περί δημιουργικής καταστροφής, που γνώρισαν μια σύντομη φάση δημοτικότητας σε κάποια ελληνικά έντυπα προτού η κοινωνική καταστροφή βαθύνει και καταστήσει άτοπα και επικίνδυνα τέτοια θεωρητικά ακκίσματα, επιβεβαίωσαν την ταξική διάσταση της υποστήριξης της μνημονιακής πολιτικής. Οι ξένοι δανειστές και οι έλληνες σύμμαχοί τους συμφωνούν ότι δεν πρέπει να διαταραχθεί η κοινωνική ιεραρχία ούτε να θιγούν οι ανισότητες. Έτσι, οι ξένοι δανειστές αποσιωπούν ένα σημαντικό ελαφρυντικό για την αποτυχία των πολιτικών τους: Δεν είχαν προβλέψει σε ποιο βαθμό οι έλληνες αστοί θα αντιδρούσαν σαν κάτοικοι μιας μπανανίας, φυγαδεύοντας τα χρηματικά τους κεφάλαια ή/και μην εισάγοντας τα κέρδη που πραγματοποίησαν στο εξωτερικό, επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο τα προβλήματα των τραπεζών, την πιστωτική στενότητα και την ύφεση.
Οι φανατικότεροι εγχώριοι υποστηρικτές της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ μάχονται υπέρ αυτής, οχυρωμένοι πίσω από τις καταθέσεις τους στις τράπεζες του εξωτερικού και τα ακίνητα που αγόρασαν στις ακριβές γειτονιές του Λονδίνου. Το ΔΝΤ και η Ε.Ε. θα μπορούσαν να υποστηρίξουν ότι η ύφεση έγινε βαθύτερη στην Ελλάδα από ό,τι υπολόγιζαν, γιατί αυτοί που τους κάλεσαν είχαν πολύ μικρή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους και κερδοσκοπούσαν εναντίον της πολιτικής που χειροκροτούσαν.
Σήμερα, οι δανειστές της Ελλάδας και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους μπροστά στα εμπόδια που συναντά η πολιτική τους την εντείνουν, σαν τους παίκτες που χάνουν και διπλασιάζουν τη μίζα τους, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να ανακτήσουν τις αρχικές τους απώλειες. Τις τελευταίες μέρες, ο λόγος περί διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων έχει ξεφύγει από την αοριστία και εστιάζεται στο πραγματικό του αντικείμενο: την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας. Οι αγοραίες τιμές της έχουν εκμηδενισθεί και επείγει να αρχίσει η εκποίηση με την οποία συνδέουν την εφαρμογή του PSI, γιατί κάθε καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες αναταραχές σε άλλα επίπεδα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Φαίνεται ότι στο παρασκήνιο η μοιρασιά έχει ήδη γίνει: στις γαλλικές εταιρίες θα πάνε οι ελληνικές εταιρίες ύδρευσης και αποχέτευσης, γερμανικές και αμερικανικές τράπεζες θα διαμοιρασθούν την κληρονομιά των ελληνικών τραπεζών στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ενώ περισσότεροι εταίροι μας θα γευθούν τα κοψίδια από τη διασπασμένη ΔΕΗ. Από κοντά βέβαια και διάφοροι αιώνιοι έλληνες μεσάζοντες που θα ανταμειφθούν για την πίστη τους στο ευρώ και θα επαναπατρίσουν τα κεφάλαιά τους. Ταυτόχρονα, επιδιώκεται μέσω της φορολογίας να εξαναγκασθούν να εκποιήσουν σε χαμηλές τιμές την ακίνητη περιουσία τους και οι ιδιώτες.
Αποπτώχευση των ιδιωτών, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας: τα πολιτικά εμπόδια
Ο συνδυασμός αποπτώχευσης των ιδιωτών και εκποίησης της δημόσιας περιουσίας συναντά βέβαια μεγάλα πολιτικά εμπόδια. Δεν είναι τυχαίο ότι οι εγχώριοι υποστηρικτές αυτής της πολιτικής φαντασιώνονται ένα νέο Γουδί και πολλαπλασιάζουν τις παρεμβάσεις τους στις οποίες προτείνουν την επί το συντηρητικότερο αλλαγή των πολιτικών θεσμών, τη δημιουργία κομμάτων και κυβερνήσεων των «αρίστων», την κινητοποίηση του «πλειοψηφικού ανατρεπτικού ρεύματος των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, σε δεκάδες κινήσεις, που είναι έτοιμοι και περιμένουν ένα όνομα, ένα τηλέφωνο και μία διεύθυνση». Αυτή η φραστική υπερδιέγερση και η πολιτικοκοσμική κινητικότητα στον αστικό κόσμο, προς το παρόν, επιβεβαιώνει την αδυναμία του να ασκήσει ηγεμονία προτείνοντας ένα όραμα για την ελληνική κοινωνία που θα αποσπούσε ευρύτερη συναίνεση.
Παράλληλα, οι ελπίδες για νέους συνασπισμούς εξουσίας στην Αριστερά δεν μπορούν να ξεπεράσουν τις διαιρέσεις της, καθώς το περιεχόμενο και οι στόχοι των συνασπισμών παραμένουν ασαφείς. Αν όμως ο πυρήνας του προβλήματος βρίσκεται στο παραγωγικό και το εμπορικό έλλειμμα, η λύση, η αναβάθμιση της θέσης της Ελλάδας στον διεθνή καταμερισμό της εργασίας δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς μια πλατιά κοινωνική συναίνεση για τους στόχους, δίκαιη κατανομή των βαρών και σεβασμό της αξιοπρέπειας των πολιτών.
Προς το παρόν, η κακοφωνία για τους πολιτικούς θεσμούς εισπράττεται από μεγάλο μέρος αυτών που πράγματι θίγονται από την κρίση σαν απόδειξη ότι το δημοκρατικό σύστημα σε οιαδήποτε μορφή του, των αρίστων ή την πελατειακή, είναι το πρόβλημα, και η βία και η μισαλλοδοξία η απάντηση στα προβλήματα. Αν οι δημοσκοπικές επιδόσεις του ΛΑΟΣ παρουσιάζονται καθηλωμένες, αντίθετα νεολαιίστικες ακροδεξιές οργανώσεις γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη στα σχολεία και την κοινωνία επαρχιακών πόλεων και συνοικιών της πρωτεύουσας. Οι νεαροί Ευέλπιδες και οι χουντικοί ύμνοι που τραγούδησαν είναι καλοί δείκτες των αλλαγών που συντελούνται στη βάση της ελληνικής κοινωνίας. Η ατιμωρησία τους ταιριάζει με την ανοχή της παρουσίας του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση που ανταμείφθηκε για την υποστήριξή του στην μνημονιακή πολιτική.
Οι έλληνες αστοί μοιάζουν να ξέχασαν το δίδαγμα που αποκόμισαν οι γονιοί τους από την περίοδο 1949-1967: η οικονομική καταπίεση και η κοινωνική περιθωριοποίηση της πλειονότητας του πληθυσμού, η φαλκίδευση της πολιτικής της βούλησης, ενισχύει τη θέση των δυναμικών ερεισμάτων της εξουσίας — αστυνομία, στρατός, μυστικές υπηρεσίες– που αργά η γρήγορα θα αυτονομηθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου