Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Ελεύθερος άνθρωπος


(...) Ελάτε τώρα, υπήρχε κανένας που ο Διογένης δεν αγαπούσε, ένας άνθρωπος τόσο ευγενικός και καλόκαρδος που ευχαρίστως έπαιρνε πάνω του όλα τα προβλήματα για το κοινό καλό; Αλλά ποιος ήταν ο τρόπος της αγάπης του; Όπως έγινε υπηρέτης του Δία, νοιαζόταν για τους συνανθρώπους του, αλλά ταυτόχρονα ήταν υποταγμένος στο Θεό. Αυτός ήταν ο λόγος που μόνο γι' αυτόν όλος ο κόσμος και όχι κάποιο συγκεκριμένο μέρος ήταν η πατρίδα του· και όταν τον φυλάκισαν δεν ποθούσε την Αθήνα, ούτε λαχταρούσε να ξαναδεί τους φίλους του και τους γνωστούς του εκεί, αλλά έγινε καλός φίλος με τους πειρατές (που τον φυλάκισαν) και επειράτο* (=προσπαθούσε) να τους φέρει στον ίσιο δρόμο.  Έτσι κατακτάται η ελευθερία. Γι' αυτό έλεγε: "Από τότε που ο Αντισθένης (διάσημος φιλόσοφος, δάσκαλος του Διογένη) με ελευθέρωσε, ποτέ μου δεν έγινα σκλάβος." Πως τον ελευθέρωσε ο Αντισθένης; Ακούστε τι λέει ο Διογένης. "Μου έμαθε τι ήταν δικό μου, και τι δεν ήταν δικό μου. Η ιδιοκτησία δεν είναι δική μου· συγγενείς, οικείοι, φίλοι, φήμη, συνήθεις τόποι, η συζήτηση με άλλους - όλα αυτά δεν είναι δικά μου. 'Τι είναι λοιπόν δικό σου;' Η δύναμη να χρησιμοποιώ τις εξωτερικές εντυπώσεις. Μου έδειξε ότι την διαθέτω πέρα από κάθε εμπόδιο ή εξαναγκασμό· κανένας δεν μπορεί να με εμποδίσει· κανένας δεν μπορεί να με αναγκάσει να την χρησιμοποιήσω με άλλο τρόπο από αυτό που θέλω. Ποιος έχει λοιπόν πάνω μου εξουσία; Ο Φίλιππος, ή ο Αλέξανδρος, ή ο Περδίκκας ή ο Μέγας Βασιλέας; (ο βασιλιάς των Περσών) Από που μπορούν να την έχουν; Γιατί ο άνθρωπος που ήταν η μοίρα του να υποδουλωθεί από άλλον άνθρωπο πρέπει να είχε ήδη πρωτύτερα  υποδουλωθεί από πράγματα."
Επομένως, ο άνθρωπος που πάνω στον οποίο η απόλαυση δεν έχει καμία δύναμη, ούτε ο πόνος, ούτε η δόξα, ούτε ο πλούτος, και ο οποίος, όποτε του φαίνεται πρέπων, μπορεί να φτύσει όλο του το σώμα στο πρόσωπο κάποιου** και να αναχωρήσει από αυτή τη ζωή - ποιανού δούλος είναι, ποιανού υποτακτικός;(...)

* δεν μπορούσα να μην αφήσω την όμορφη αυτή πινελιά της αρχαίας Ελληνικής που δεν αποδίδεται εύκολα στο νεοελληνικό κείμενο.

** πιθανή αναφορά στον Ανάξαρχο ο οποίος όταν ο τύραννος της Κύπρου Νικοκρέων διέταξε να του κόψουν τη γλώσσα, λένε πως ο ίδιος ο φιλόσοφος την έκοψε με τα δόντια του και την έφτυσε στο πρόσωπο του τυράννου.

Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Αρριανού: "Ομιλίες του Επίκτητου" (Βιβλίο ΙΙΙ, κεφ. ΧΧΙV, 64-72, κδ'. "Περί τού μή δείν προσπάσχειν τοίς ούκ έφ' ημίν"). Η μετάφραση και τα λάθη της, δικά μου.

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Η θεώρηση των Ελλήνων για τον θάνατο



Ο θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ο διαχωρισμός δύο πραγμάτων, του ενός απ' το άλλο,
δηλαδή της ψυχής απ' το σώμα.

ΠΛΑΤΩΝΑΣ (Γοργίας, 524Β)

'' Ο θάνατος τυγχάνει ων, ως εμοί δοκεί, ουδέν άλλο ή δυοίν πραγμάτοιν διάλυσις,
της ψυχής και του σώματος απ' αλλήλου. ''



`Οταν επέρχεται ο θάνατος στον άνθρωπο, το μεν θνητό μέρος αυτού, καθώς φαίνεται, πεθαίνει,
το δε αθάνατο, η ψυχή, σηκώνεται και φεύγει σώο και άφθαρτο.

ΠΛΑΤΩΝΑΣ (Φαίδων, 10Ε)

'' Επιόντος άρα θανάτου επί τον άνθρωπον, το μεν θνητόν, ως έοικεν, αυτού αποθνήσκει,
το δ' αθάνατον, σώον και αδιάφθορον, οίχεται απιόν. ''



Ωραία πραγματικά απόκρυφη διδασκαλία μας δόθηκε απ' τους θεούς, ότι δηλαδή ο θάνατος,
όχι μόνο δεν είναι κακό (επιζήμιο) για τους ανθρώπους, αλλ' αντίθετα είναι ωφέλιμο πράγμα.

Επιτάφιο επίγραμμα ιεροφάντη (Εφημερίδα Αρχαιολόγων 1883,σελ.81)

'' Η καλόν εκ μακάρων μυστήριον, ου μόνον είναι τον θάνατον θνητοίς ου κακόν, αλλ' αγαθόν. ''



Ο, τι πεθαίνει δε χάνεται, αλλά μένει μέσα στη φύση.

ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ(Τα εις Εαυτόν Η,ιη)

'' `Εξω του κόσμου το αποθανόν ου πίπτει. ''



Τίποτα δε διαφέρει ο θάνατος απ' τη ζωή.

ΘΑΛΗΣ (Διογ.Λαερτ.Βιοι Φιλοσ.Ι,35)

'' Ουδέν έφη τον θάνατον διαφέρειν του ζην. ''



Ο θάνατος τότε θα έλθει, όποτε οι Μοίρες ορίσουν.

ΚΑΛΛΙΝΟΣ (Ανθολ.Στοβαίου ΝΑ,19)

'' Θάνατος τότ' έσσεται οπότε κεν δη Μοίραι επικλώσωσι. ''



Ο ύπνος και ο θάνατος είναι δίδυμα αδέλφια.

ΟΜΗΡΟΣ (Ιλιάς,Π,672)

'' Ύπνω και θανάτω διδυμάοσιν . ''



Η ένωση της ψυχής με το σώμα δεν είναι με κανένα τρόπο ανώτερη απ' το χωρισμό τους.

ΠΛΑΤΩΝΑΣ (Νόμοι,828D).

'' Κοινωνία γαρ ψυχή και σώματι διαλύσεως ουκ έστιν η κρείττον. ''



`Οποιος απ' τους ανθρώπους φοβάται πολύ το θάνατο, γεννήθηκε μωρός. Η έννοια του θανάτου, ανήκει στη Μοίρα.
`Οταν έλθει ο καιρός, ακόμα και στ' ανάκτορα του Δία αν καταφύγεις, είναι αδύνατο να τον αποφύγεις.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ (Ανθολ.Στοβ.ΡΙΗ,12)

'' `Οστις δε θνητών θάνατον ορρωδεί λίαν, μωρός πέφυκε· τη τύχη μέλει τάδε·
όταν δ' ο καιρός του θανείν ελθών τύχη, ουδ' αν προς αυλάς Ζηνός εκφύγει μολών. ''



Πρέπει ν' ακολουθήσουμε την άποψη του Αναξαγόρα, εξ' αιτίας της οποίας αναφώνησε,
όταν πέθανε το παιδί του: "`Ηξερα ότι γέννησα θνητό".

ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (Ηθικά,474D).

'' `Εξεστι γαρ την Αναξαγόρου διάθεσιν, αφ' ης επί τη τελευτή του παιδός ανεφώνησεν,
"`Ηδειν θνητόν γεννήσας". ''



Πένθησε με μέτρο τους γνωστούς σου. Γιατί δεν έχουν πεθάνει,
αλλά τον ίδιο δρόμο που όλοι αναγκαστικά θα περάσουμε, αυτοί τον πήραν πρώτοι.

ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ (Ανθολ.Στοβ.ΡΚΔ,27).

'' Πενθείν δε μετρίως τους προσήκοντας φίλους, ου γαρ τεθνάσιν, αλλά την αυτήν οδόν,
ην πάσιν ελθείν έστ' αναγκαίως έχον, προεληλύθασιν. ''



Το θάνατο κανένας δε πρέπει να φοβάται, εκτός αν είναι εντελώς ανόητος και δειλός.
Την αδικία όμως πρέπει να φοβάται. Γιατί, αν η ψυχή φτάσει στον `Αδη με το βάρος των χειροτέρων αδικημάτων, θα είναι γι' αυτήν η μεγαλύτερη απ' όλες τις συμφορές.

ΠΛΑΤΩΝΑΣ (Γοργίας,522Ε).

'' Αυτό μεν το αποθνήσκειν ουδείς φοβείται, όστις μη παντάπασιν αλόγιστός τε και άνανδρος εστί, το δε αδικείν φοβείται. πολλών γαρ αδικημάτων γέμοντα την ψυχήν εις `Αιδου αφικέσθαι πάντων έσχατον κακών εστίν. ''



Τους ανθρώπους ταράζουν όχι οι καταστάσεις που περνούν, αλλά οι ιδέες που έχουν γι' αυτές. Ο θάνατος δεν είναι κάτι φοβερό, γιατί τότε θα ήταν και για το Σωκράτη. Το θάνατο τον κάνει φοβερό η ιδέα ότι είναι φοβερός.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ (Εγχειρίδιο,V).

'' Ταράσσει τους ανθρώπους ου τα πράγματα, αλλά τα περί των πραγμάτων δόγματα, οίον ο θάνατος ουδέν δεινόν, επεί Σωκράτη αν εφαίνετο· αλλά το δόγμα το περί του θανάτου διότι δεινόν, εκείνο το δεινόν έστιν. ''



Να μη πεις για οποιοδήποτε πράγμα ότι το "έχασα", αλλά ότι, το "απέδωσα". Πέθανε το παιδί σου; Απεδόθη. Πέθανε η γυναίκα σου; Απεδόθη. Σου κλέψανε τη περιουσία σου; Μα κι' αυτή απεδόθη. Όσο σου δίνεται να το έχεις, φρόντιζέ το, ως κάτι ξένο, όπως οι περαστικοί το ξενοδοχείο.

ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ (Εγχειρίδιο,ΧΙ).

'' Μηδέποτε επί μηδενός είπεις ότι "Απώλεσα αυτό", αλλ' ότι "Απέδωκα". Το παιδίον απέθανεν; απεδόθη. Η γυνή απέθανεν; απεδόθη. Το χωρίον αφηρέθην; Ουκούν και τούτο απεδόθη... μέχρι δ' αν διδώ ως αλλοτρίου αυτού επιμελού, ως του πανδοχείου οι παριόντες. ''

Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2011

Xρεοκοπία ή το α-νόητο της Γιορτής







Tου ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ *O κ. Xρήστος Γιανναράς είναι ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας και Πολιτιστικής Διπλωματίας του Παντείου Πανεπιστημίου.


H γεύση της πληρότητας επαληθεύεται ως πρόγευση, όχι ως ιδιοκτησία.


Aλλο η θρησκεία και άλλο (στους αντίποδες) το εκκλησιαστικό γεγονός. H θρησκεία δεν μεταγγίζει «νόημα» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Yπηρετεί την ατομική ψυχολογία, το ένστικτο αυτοπροστασίας. Aν είναι οργανωμένη, συλλογική η θρησκευτικότητα, ενδέχεται και να παράγει αρρώστια, απανθρωπία – εφιάλτες όπως οι σέκτες πουριτανών, πιετιστών, «γνησίων ορθοδόξων»: πολυώνυμες εξαμβλωματικές μονοτροπίες στο κοινωνικό περιθώριο.

Για τη θρησκευτική προοπτική τα Xριστούγεννα είναι αφορμή ευφραντικών του ατόμου ψυχολογικών καταστάσεων και ηθικοδιδακτικής ωφελιμότητας: Συναισθηματικός διάκοσμος, παιδαριώδη ασμάτια, ευχές, δώρα, γευστικές ηδονές, όλα κουρασμένα από τον φόρτο της συνήθειας. H θρησκεία δεν κομίζει απαντήσεις για «νόημα» της ζωής και του θανάτου. Mηρυκάζει τα στερεότυπα a priori:

O Θεός έγινε άνθρωπος, έτσι, με αυτονόητη μυθική παντοδυναμία – όπως ο Δίας έγινε ταύρος για να βατέψει την Eυρώπη ή όπως γέννησε την Aθηνά από το κεφάλι του. Για τους «ιερείς» και «αρχιερείς» της θρησκείας, σκοπός της «θαυματουργικής» ενανθρώπησης του Θεού ήταν η χρησιμοθηρία της διδαχής: Nα μας προσφέρει ηθικό υπόδειγμα, να μας διδάξει το «αγαπάτε αλλήλους», πληρέστερες κανονιστικές διατάξεις. Στις οποίες αν πειθαρχήσει το άτομο θωρακίζεται με σιγουριά για αιώνια επιβίωση του εγώ, ατέλειωτη σε γραμμικό χρόνο εξασφάλιση ναρκισσιστικής δικαίωσης.

Γι’ αυτό η θρησκεία δεν γεννάει ποτέ πολιτισμό. Πολιτισμό γεννάει η αναζήτηση «νοήματος», αιτίας και σκοπού, της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Aναζήτηση όχι μερικευμένα νοητική αλλά καθολικά εμπειρική – να στοχεύει στη σχέση, στην αμεσότητα της ψηλάφησης, στη δυναμική της πληρότητας που ποτέ δεν πληρούται:

«Tούτό εστιν αληθώς το ευρείν τον Θεόν, το αεί αυτόν ζητείν, το ουδέπω της επιθυμίας κόρον ευρείν». H ορμέμφυτη ψυχολογική θρησκευτικότητα θέλει αλάθητα δόγματα, πατερναλιστικές αυθεντίες, νομική πρόβλεψη για κάθε ενέργημα. H μεταφυσική δίψα ζητάει τη μέθη της γνώσης που χαρίζεται μόνο στη σχέση μόνο με την ελευθερία από το εγώ, στο πανηγύρι του έρωτα.

H γεύση της πληρότητας επαληθεύεται ως πρόγευση, όχι ως ιδιοκτησία. H πρόγευση αναρριπίζει τον πόθο και ο πόθος γίνεται γλώσσα. Γλώσσα αμεσότητας της σχέσης, δηλαδή γλώσσα του μουσουργού, του ζωγράφου, του ποιητή, του αρχιτέκτονα, του γλύπτη, γλώσσα ποιητική θεσμών, οργάνωσης του βίου από ταλαντούχο ηγέτη – ποτέ, μα ποτέ γλώσσα ιδεολογίας, λόγος εξουσίας, κήρυγμα χρηστικής ωφελιμότητας.

H εμπειρία της πρόγευσης, όταν γίνεται γλώσσα, είναι μαρτυρία κλητική σε συν-μετοχή, σε συνάθληση. Oι αρχαιοελληνικές ψηλαφήσεις μαρτυρούν την ταύτιση του πραγματικά (αχρόνως και αφθόρως) υπαρκτού με τη λογικότητα της αρμονίας των σχέσεων που συγκροτούν τη συμπαντική κοσμιότητα – τον «ξυνόν (κοινό) λόγον». Kαι την ψηλάφηση επαλήθευε η κοινωνία της εμπειρίας: η έμπρακτη μετοχή στο προτεινόμενο «νόημα». Mετοχή στο άθλημα της «πόλεως», στην «εκκλησία του δήμου». Mέθεξη στην αποκαλυπτική δραματουργία της τραγωδίας, στην αγαλλίαση που γεννάει το «άγαλμα», πρόκληση θεωρίας – θέας του αθάνατου λόγου της «ουσίας».

Aνάλογη και η χριστιανική ψηλάφηση: Tαύτισε το πραγματικά υπαρκτό όχι πια με τη συμπαντική λογικότητα σαν ανερμήνευτη αναγκαιότητα, σαν ειμαρμένη, αλλά με τον λόγο μιας προσωπικής ετερότητας αποτυπωμένης στον κόσμο, όπως αποτυπώνεται ο λόγος του δημιουργού στο δημιούργημα. Aιτία της ύπαρξης όχι η απρόσωπη λογική ανάγκη, αλλά η ακραιφνέστερη ελευθερία αυτή της αγάπης. H ελευθερία του Δημιουργού ψηλαφείται στην ενανθρώπησή του: Eλεύθερος από κάθε λογικά αναγκαίο προκαθορισμό της ύπαρξής του, ελεύθερος ο Θεός και από τη θεότητά του, γίνεται άνθρωπος, βρέφος σπαργανωμένο σε φάτνη αλόγων.

O βίος του, διαδοχή «σημείων» υπαρκτικής ελευθερίας από τη νομοτέλεια που δυναστεύει την ανθρώπινη φύση μας. Tα «σημεία» μαρτυρούν τον τρόπο της ελευθερίας: την «κένωση» από την ιδιοτέλεια, τη ζωή ως έρωτα μανικόν, ως αμετρία αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Kαι αυτόν τον τρόπο ευαγγελίζεται η Eκκλησία. Oχι ως ιδεολόγημα για ατομική θρησκευτική κατανάλωση, αλλά ως κλήση για μετοχή στο προτεινόμενο «νόημα»: Mετοχή στο άθλημα της «καινής πόλεως» της «εκκλησίας», στο σώμα που κοινωνεί την τροφή, τη ζωή και την ύπαρξη, στο δείπνο της Eυχαριστίας – αποκαλυπτική δραματουργία. Kοινωνεί ο μέτοχος τη «διάβαση επί το πρωτότυπον» στην πρόκληση της Eικόνας. Kαι η έμπρακτη σχέση, πρόγευση πληρότητας όχι πια μόνο γνωστικής αλλά και υπαρκτικής, γίνεται και πάλι γλώσσα του μουσουργού, του ποιητή, του ζωγράφου, του αρχιτέκτονα, γλώσσα θεσμών οργάνωσης του βίου. «O ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» – ο εμπειρισμός της ψηλαφητής πιστοποίησης, στους αντίποδες των ιδεολογημάτων, είναι ο τρόπος της μαρτυρίας των ποικιλότροπων γλωσσών μετοχής.

Eνας Eλληνισμός ολότελα άσχετος με την ιστορική του σάρκα, άσχετος με τον τρόπο, που ο ίδιος γέννησε, για την εμπειρική επαλήθευση, Eλληνισμός παραιτημένος από τη μεταφυσική αναζήτηση και με θρησκειοποιημένο στους κόλπους του το εκκλησιαστικό γεγονός, τι θέση μπορεί πια να έχει στον διεθνή στίβο, ποιον λόγο υπάρξεως; Kοιτάξτε γύρω μας, πώς γιορτάζει ο Eλλαδισμός τα Xριστούγεννα, πώς μορφάζει πίσω από τα απομεινάρια της εκκλησιαστικής Γιορτής το κενό κάθε νοήματος της ύπαρξης και της συνύπαρξης, κενό αποδιοργανωτικό της ζωής, αποσάθρωσης των σχέσεων κοινωνίας.

H απόσταση που χωρίζει την ελληνικότητα από την εθνικιστική επαρχιωτίλα του Eλλαδισμού, η ίδια χωρίζει και την εκκλησιαστική Γιορτή από τη θρησκειοποίησή της, την παρακμιακή της αλλοτρίωση.

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Άγχος


"Μην φοβάσαι το Θεό,
Μην ανησυχείς για το θάνατο·
Ό,τι είναι καλό είναι εύκολο να το αποκτήσεις, και
Ό,τι είναι τρομερό είναι εύκολο να το υπομείνεις."
- Φιλόδημος
(Herculaneum Papyrus 1005, 4.9-14)


Θέλεις να είσαι ευτυχισμένος; Φυσικά και θέλεις! Τότε τι σε εμποδίζει; Η ευτυχία σου εξαρτάται μόνο από εσένα. Αυτό υποστήριζε ο Επίκουρος, ένας από τους πιο παρεξηγημένους Έλληνες φιλοσόφους. Το βασικό εμπόδιο για την ευτυχία έλεγε ότι είναι το άγχος. 
Το λεξικό μας λέει ότι άγχος είναι η συναισθηματική κατάσταση που χαρακτηρίζεται κυρίως από έντονη συνεχή δυσφορία και οφείλεται σε φόβο ή ανησυχία για κάτι. Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο ἄγχω που σημαίνει στραγγαλίζω, πνίγω (ότι δηλαδή κάνει το άγχος στην ευτυχία.)
Η φιλοσοφία του Επίκουρου βασιζόταν σε τέσσερις βασικές αλήθειες. Ονομάζεται και "θεραπεία με τα τέσσερα μέρη", ένα γιατρικό για την επιδημική ασθένεια του ανθρώπινου άγχους: "δεν υπάρχουν θεϊκά πλάσματα που μας απειλούν· δεν υπάρχει μετά θάνατο ζωή· αυτό που χρειαζόμαστε είναι εύκολο να το αποκτήσουμε· αυτό που μας κάνει να υποφέρουμε είναι εύκολο να το υπομείνουμε." όπως μας λέει και ο μεταγενέστερος επικουρικός Φιλόδημος στο απόσπασμα του ποιήματος που παρέθεσα στην αρχή της ανάρτησης.  Ας δούμε αυτά τα τέσσερα μέρη λίγο πιο αναλυτικά:

"Μην φοβάσαι το Θεό"
Οι περισσότεροι άνθρωποι βρίσκονται σε μια κατάσταση σύγχυσης σχετικά με τους θεούς αφού πιστεύουν ότι

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Είχε δίκιο ο Μάρξ…


Γράφει ο Αμετανόητος

 

Επειδή σε αυτό το blog έχω γράψει πολλές φορές ότι σε όλα τα πανεπιστήμια του κόσμου και ειδικά στην Αμερική μελετάνε κατά κόρον Marx (ενώ στα δικά μας είναι ταμπού και casusbelli) αποφάσισα να μεταφράσω ένα σύντομο, σχετικά νέο άρθρο, από το blog του Harvard ΒusinessReview σχετικά με αυτόν τον άσχημο γενειοφόρο που στοιχειώνει ακόμα τον πλανήτη μας…

Και επειδή όπως έλεγε ο J.K.Gallbraith στο Γαλλικό περιοδικό «LeNouvelObservateur» το 2006, λίγο πριν πεθάνει, «…δεν είμαι Μαρξιστής αλλά δεν θα διέθετα καμία αξιοπιστία ως ερευνητής αν δεν είχα μελετήσει τον Μαρξ στην πορεία της οικονομικής ιστορίας…» θα ήμουν και εγώ αναξιόπιστος ως σχολιαστής ή αρθογράφος αν δεν έδινα μεταφρασμένο έστω ένα άρθρο περί τούτου…

Και επειδή δεν είναι καθόλου λίγα και αμελητέα τα Πανεπιστήμια παγκοσμίως που μεταδίδουν το Καπιταλιστικό Ιδεώδες, (και μάλλον συμβαίνει ακριβώςτο αντίθετο…) που προώθησαν εξίσου καλά με το Πανεπιστήμιο του Σικάγο και τους εμπνευστές του, τον Νεοφιλελευθερισμό…θεώρησα καλό να το κάνω τώρα, που ΟΛΟΙ βλέπουμε ότι η «ιστορία» κάπου δεν πάει καλά…

Και αξίζει κάποιος να διαβάσει εντελώς συνοπτικά γιατί ο Μarx θα είναι πάντα επίκαιρος.Και ειδικά όσο η κρίση θα θεριεύει…Οχι όμως γιατί τόλμησε να το πεί ένας φιλόσοφος σαν τον Σαρτρ.Οχι από μαρξιστικά χείλη ή από τον…ριζοσπάστη αλλά από

Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Γιατί ο Θεός έφτιαξε τον κόσμο;




Κατ’ αρχάς ας ανατρέξουμε στις βασικές αρχές. Για ποιό λόγο επέλεξε ο Θεός να φτιάξει τον κόσμο; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο δεν υπάρχει απάντηση κι όμως δεν μπορούμε να μην το θέσουμε. Έναν πιθανό τρόπο να απαντήσουμε σ’ αυτό το αναπάντητο ερώτημα βρίσκουμε στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, όταν στα «Κεφάλαια περί Αγάπης» μιλά για το θέμα αυτό με όρους αμοιβαίας χαράς: «Ο Θεός, πλήρης πέραν πάσης πληρότητος, δημιούργησε τα πλάσματά του, όχι επειδή Εκείνος χρειαζόταν κάτι, αλλά προκειμένου εκείνα τα ίδια να μπορέσουν να μετάσχουν στην Ύπαρξή Του αναλόγως προς τις ικανότητες τους· Εκείνος δε ο ίδιος να χαρεί με τα έργα του βλέποντάς τα ευτυχισμένα».

Αυτό το οποίο εκφράζει εδώ ο Μάξιμος μιλώντας για αμοιβαία χαρά, ισχύει εξίσου και για την αμοιβαία αγάπη. «Ο Θεός αγάπη εστί», λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Αυτή η θεία αγάπη δεν είναι εγωκεντρική αλλά

Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Ο διάλογος της Διοτίμας και του Σωκράτη για τον Έρωτα



ΠΛΑΤΩΝ, ΣΥΜΠΟΣΙΟΝ

Για να καθορίσει ποια είναι τα γνωρίσματά του Έρωτα, ο Σωκράτης στο "Συμπόσιο" του Πλάτωνα, κατέφυγε σε μια συνομιλία του με μια γυναίκα από τη Μαντίνεια, τη Διοτίμα.

Η Διοτίμα ήταν γνώστρια της "πυθαγόρειας αριθμοσοφίας", κατά τον Ξενοφώντα δεν ήταν άπειρη των πλέον δυσκολονόητων γεωμετρικών θεωρημάτων («ουκ άπειρος δυσσυνέτων διαγραμμάτων έστι»). Αλλά και ο Πρόκλος θεωρεί τη Διοτίμα «Πυθαγορική».

Η Διοτίμα ήταν η ιέρεια εκείνη που έκανε τον καθαρμό των Αθηναίων μετά το λοιμό του 429 π.Χ. Το όνομα Διοτίμα είναι επίσης δηλωτικό δράσεων για την ισότητα ανδρών και γυναικών, γι' αυτό και  η Διοτίμα είναι η μόνη γυναίκα που συμμετέχει στο ανδροκρατούμενο Συμπόσιο...

Αυτή υποστήριζε ότι ο Έρωτας είναι ένας δαίμονας, που, ως γιος του Πόρου και της Πενίας, είναι γεμάτος αντιφάσεις, στοχεύει, ωστόσο, στην παντοτινή κατοχή του αγαθού, επιδιώκει δηλαδή την αθανασία.
Μας λέγει λοιπόν ο Σωκράτης:

Τετάρτη 9 Μαρτίου 2011

Η απογοήτευση του Πλάτωνα από τα πολιτεύματα που έζησε - Πλάτων,Επιστολές

Η επιστολή αυτή (η έβδομη) αποτελεί απάντηση στην έκκληση για βοήθεια από την πλευρά των συγγενών και των φίλων του δολοφονημένου (το 354 π.Χ.) τυράννου των Συρακουσών, του Δίωνα. Σε αυτήν ο Πλάτωνας, γέρος πια, θεώρησε σκόπιμο να προχωρήσει σε έναν απολογισμό για τα τρία ταξίδια του στη Σικελία. Ποια ήταν, όμως, η άποψή του για τα υπάρχοντα πολιτεύματα, όταν έφτανε για πρώτη φορά στη Σικελία (390 ή 389 π.Χ);

ΠΛΑΤΩΝ, ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
ΠΛ επιστ 324b–326b

Όταν μια φορά ήμουν νέος, μου συνέβη το ίδιο ακριβώς που συνέβη και σε άλλους πολλούς, αποφάσισα, αμέσως μόλις γίνω αυτεξούσιος, ν' ακολουθήσω το πολιτικό στάδιο. Τότε μου παρουσιάστηκαν τα εξής περίπου πολιτικά γεγονότα: Έπειτα από την κατακραυγή πολλών εναντίον του πολιτεύματος που είχαμε τότε, γίνεται μεταπολίτευση και τη μεταπολίτευση αυτή διηύθυναν πενήντα ένας αρχηγοί, ένδεκα στην πόλη, δέκα στον Πειραιά ―η καθεμιά απ' αυτές τις δυο συναρχίες για την αγορά και για τις διοικητικές ανάγκες των πόλεων― και τριάντα έγιναν ανώτατοι άρχοντες με απόλυτη εξουσία.

Μερικοί λοιπόν απ' αυτούς έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί μου και μάλιστα αμέσως και επανειλημμένως με κάλεσαν να λάβω μέρος σαν σε κάτι πού δικαιωματικά μπορούσα να συμμερισθώ. Τότε εγώ έπαθα κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο για τα νιάτα μου· πίστεψα δηλαδή, πως θα οδηγήσουν την πόλη από μια ζωή άδικη σ' ένα δίκαιο τρόπο ζωής κι έτσι θα την κυβερνήσουν∙ τους παρακολουθούσα λοιπόν με μεγάλη προσοχή, να δω τι θα κάνουν.

Και καθώς έβλεπα ότι οι άνθρωποι εκείνοι μέσα σε λίγον καιρό έκαναν να φανεί χρυσάφι το προηγούμενο πολίτευμα ― εκτός απ' τα άλλα, έστειλαν το φίλο μου, τον αρκετά ηλικιωμένο Σωκράτη, που γι' αυτόν εγώ δε θα δίσταζα να πω ότι ήταν ο δικαιότερος άνθρωπος της εποχής του, τον έστειλαν μαζί με άλλους σε κάποιον πολίτη για να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει διά της βίας στο θάνατο· κι αυτό βέβαια για να έχει λάβει μέρος στις ενέργειες τους, είτε ήθελε, είτε όχι· εκείνος όμως δεν εννοούσε να πεισθεί και προτίμησε να κινδυνεύσει να πάθει οτιδήποτε, παρά να γίνει συνεργός τους σε ανόσιες πράξεις. Καθώς λοιπόν τα έβλεπα όλ' αυτά και μερικά άλλα παρόμοια, όχι ασήμαντα, αγανάκτησα κι αποτραβήχτηκα από κείνα τα κακά.

Όχι πολύ αργότερα όμως άλλαξε η κυβέρνηση των Τριάκοντα και γενικά το πολίτευμα εκείνο· και πάλι με τραβούσε, αν και χαλαρότερα, πάντως όμως με τραβούσε ο πόθος ν' ασχοληθώ με τα κοινά και να πολιτευθώ. Και τότε λοιπόν, καθώς ήταν ταραγμένα τα πράγματα, γίνονταν πολλά που θα μπορούσαν να σε κάνουν ν' αγανακτήσεις, και δεν είναι καθόλου παράξενο σε πολιτικές μεταβολές, οι εκδικήσεις κάποιων εναντίον μερικών εχθρών τους να ξεπερνούν τα όρια· αλλά γενικώς, οι πολιτικοί εξόριστοι που γύρισαν τότε έδειξαν μεγάλη μετριοπάθεια.

Δεν ξέρω όμως πάλι πώς έτυχε, και κάποια πρόσωπα με πολιτική επιρροή καταγγέλλουν το φίλο μας, το Σωκράτη, κατηγορώντας τον για το πιο ανόσιο και το πιο αταίριαστο σ' αυτόν πράγμα· ως ασεβή δηλαδή εκείνοι τον κατήγγειλαν και αυτοί τον καταδίκασαν και τον θανάτωσαν, εκείνον, που αρνήθηκε τότε να λάβει μέρος στην ανόσια σύλληψη ενός από τους φίλους τους που καταδιώκονταν τότε, όταν οι ίδιοι δυστυχούσαν στην εξορία. Καθώς λοιπόν έβλεπα αυτά και τους ανθρώπους που ασχολούνταν με την πολιτική και τους νόμους και τον τρόπο της ζωής, όσο περισσότερο τα συλλογιζόμουνα κι όσο προχωρούσα στην ηλικία, τόσο δυσκολότερο μου φαινόταν, να διαχειρίζεται κανείς σωστά την πολιτική εξουσία. Γιατί ούτε χωρίς προσωπικούς και πολιτικούς φίλους πιστούς είναι δυνατόν να ενεργήσεις ―κι αυτούς, ούτε αν υποθέσομε πως υπήρχαν ήταν εύκολο να τους βρεις, γιατί η χώρα μας δε ζούσε πια με τα ήθη και τις ασχολίες των πατέρων μας, ούτε άλλους καινούργιους ήταν δυνατόν με κάποια ευκολία να κάνεις―, κι απ' το άλλο μέρος οι διατάξεις των νόμων και τα ήθη διαφθείρονταν και η διαφθορά αυτή προχωρούσε καταπληκτικά.

Έτσι, ενώ στην αρχή ήμουν γεμάτος ορμή για πολιτική δράση, καθώς κοίταζα όλα αυτά και τα έβλεπα να γίνονται άνω κάτω, στο τέλος μ' έπιασε ίλιγγος. Και να ερευνώ βέβαια δεν έπαψα, με ποιον άραγε τρόπο θα ήταν δυνατόν να διορθωθούν και όλα αυτά πού ανέφερα και ―προπάντων― η πολιτεία γενικά, για τη δράση όμως περίμενα πάντοτε την κατάλληλη ώρα· και στο τέλος κατάλαβα, ότι κανένα απολύτως από τα σύγχρονα μας κράτη δεν κυβερνάται σωστά ―αφού η νομοθεσία τους βρίσκεται, μπορεί κανείς να πει, σε μια κατάσταση, που δεν επιδέχεται καν θεραπεία χωρίς σοβαρή προετοιμασία μαζί με τη βοήθεια κάποιας καταπληκτικής τύχης―, κι έτσι αναγκάσθηκα να κάνω το εγκώμιο της αληθινής φιλοσοφίας και να λέω ότι μέσ' απ' αυτήν είναι δυνατόν να δει κανείς το δίκαιο παντού, και στης πολιτείας και στων ατόμων τη ζωή, και ότι επομένως οι γενεές των ανθρώπων δεν θα πάψουν να υποφέρουν, παρά όταν, ή εκείνοι που σωστά και γνήσια φιλοσοφούν, πάρουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία, ή οι πολιτικοί ηγέτες, από μια θεία βουλή, φιλοσοφήσουν αληθινά.





Νέος ἐγώ ποτε ὢν πολλοῖς δὴ ταὐτὸν ἔπαθον· ᾠήθην, εἰ θᾶττον ἐμαυτοῦ γενοίμην κύριος, ἐπὶ τὰ κοινὰ τῆς πόλεως [324c] εὐθὺς ἰέναι. καί μοι τύχαι τινὲς τῶν τῆς πόλεως πραγμάτων τοιαίδε παρέπεσον. ὑπὸ πολλῶν γὰρ τῆς τότε πολιτείας λοιδορουμένης μεταβολὴ γίγνεται, καὶ τῆς μεταβολῆς εἷς καὶ πεντήκοντά τινες ἄνδρες προὔστησαν ἄρχοντες, ἕνδεκα μὲν ἐν ἄστει, δέκα δ’ ἐν Πειραεῖ ―περί τε ἀγορὰν ἑκάτεροι τούτων ὅσα τ’ ἐν τοῖς ἄστεσι διοικεῖν ἔδει― τριάκοντα δὲ πάντων [324d] ἄρχοντες κατέστησαν αὐτοκράτορες.

τούτων δή τινες οἰκεῖοί τε ὄντες καὶ γνώριμοι ἐτύγχανον ἐμοί, καὶ δὴ καὶ παρεκάλουν εὐθὺς ὡς ἐπὶ προσήκοντα πράγματά με. καὶ ἐγὼ θαυμαστὸν οὐδὲν ἔπαθον ὑπὸ νεότητος· ᾠήθην γὰρ αὐτοὺς ἔκ τινος ἀδίκου βίου ἐπὶ δίκαιον τρόπον ἄγοντας διοικήσειν δὴ τὴν πόλιν, ὥστε αὐτοῖς σφόδρα προσεῖχον τὸν νοῦν, τί πράξοιεν.

καὶ ὁρῶν δήπου τοὺς ἄνδρας ἐν χρόνῳ ὀλίγῳ χρυσὸν ἀποδείξαντας τὴν ἔμπροσθεν πολιτείαν ―τά τε ἄλλα καὶ φίλον [324e] ἄνδρα ἐμοὶ πρεσβύτερον Σωκράτη, ὃν ἐγὼ σχεδὸν οὐκ ἂν αἰσχυνοίμην εἰπὼν δικαιότατον εἶναι τῶν τότε, ἐπί τινα τῶν πολιτῶν μεθ’ ἑτέρων ἔπεμπον, βίᾳ ἄξοντα ὡς ἀποθανούμενον, [325a] ἵνα δὴ μετέχοι τῶν πραγμάτων αὐτοῖς, εἴτε βούλοιτο εἴτε μή· ὁ δ’ οὐκ ἐπείθετο, πᾶν δὲ παρεκινδύνευσεν παθεῖν πρὶν ἀνοσίων αὐτοῖς ἔργων γενέσθαι κοινωνός― ἃ δὴ πάντα
καθορῶν καὶ εἴ τιν’ ἄλλα τοιαῦτα οὐ σμικρά, ἐδυσχέρανά τε καὶ ἐμαυτὸν ἐπανήγαγον ἀπὸ τῶν τότε κακῶν.

χρόνῳ δὲ οὐ πολλῷ μετέπεσε τὰ τῶν τριάκοντά τε καὶ πᾶσα ἡ τότε πολιτεία· πάλιν δὲ βραδύτερον μέν, εἷλκεν δέ με ὅμως ἡ [325b] περὶ τὸ πράττειν τὰ κοινὰ καὶ πολιτικὰ ἐπιθυμία. ἦν οὖν καὶ ἐν ἐκείνοις ἅτε τεταραγμένοις πολλὰ γιγνόμενα ἅ τις ἂν δυσχεράνειεν, καὶ οὐδέν τι θαυμαστὸν ἦν τιμωρίας ἐχθρῶν γίγνεσθαί τινών τισιν μείζους ἐν μεταβολαῖς· καίτοι πολλῇ γε ἐχρήσαντο οἱ τότε κατελθόντες ἐπιεικείᾳ.

κατὰ δέ τινα τύχην αὖ τὸν ἑταῖρον ἡμῶν Σωκράτη τοῦτον δυναστεύοντές τινες εἰσάγουσιν εἰς δικαστήριον, ἀνοσιωτάτην αἰτίαν ἐπιβαλόντες [325c] καὶ πάντων ἥκιστα Σωκράτει προσήκουσαν· ὡς ἀσεβῆ γὰρ οἱ μὲν εἰσήγαγον, οἱ δὲ κατεψηφίσαντο καὶ ἀπέκτειναν τὸν τότε τῆς ἀνοσίου ἀγωγῆς οὐκ ἐθελήσαντα μετασχεῖν περὶ ἕνα τῶν τότε φευγόντων φίλων, ὅτε φεύγοντες ἐδυστύχουν αὐτοί. σκοποῦντι δή μοι ταῦτά τε καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοὺς πράττοντας τὰ πολιτικά, καὶ τοὺς νόμους γε καὶ ἔθη, ὅσῳ μᾶλλον διεσκόπουν ἡλικίας τε εἰς τὸ πρόσθε προὔβαινον, τοσούτῳ χαλεπώτερον ἐφαίνετο ὀρθῶς εἶναί μοι τὰ πολιτικὰ [325d] διοικεῖν· οὔτε γὰρ ἄνευ φίλων ἀνδρῶν καὶ ἑταίρων πιστῶν οἷόν τ’ εἶναι πράττειν ―οὓς οὔθ’ ὑπάρχοντας ἦν εὑρεῖν εὐπετές, οὐ γὰρ ἔτι ἐν τοῖς τῶν πατέρων ἤθεσιν καὶ ἐπιτηδεύμασιν ἡ πόλις ἡμῶν διῳκεῖτο, καινούς τε ἄλλους ἀδύνατον ἦν κτᾶσθαι μετά τινος ῥᾳστώνης― τά τε τῶν νόμων γράμματα καὶ ἔθη διεφθείρετο καὶ ἐπεδίδου θαυμαστὸν ὅσον,

ὥστε με[325e] τὸ πρῶτον πολλῆς μεστὸν ὄντα ὁρμῆς ἐπὶ τὸ πράττειν τὰ κοινά, βλέποντα εἰς ταῦτα καὶ φερόμενα ὁρῶντα πάντῃ πάντως, τελευτῶντα ἰλιγγιᾶν, καὶ τοῦ μὲν σκοπεῖν μὴ ἀποστῆναι μή ποτε ἄμεινον ἂν γίγνοιτο περί τε αὐτὰ ταῦτα καὶ [326a] δὴ καὶ περὶ τὴν πᾶσαν πολιτείαν, τοῦ δὲ πράττειν αὖ περιμένειν ἀεὶ καιρούς, τελευτῶντα δὲ νοῆσαι περὶ πασῶν τῶν νῦν πόλεων ὅτι κακῶς σύμπασαι πολιτεύονται ―τὰ γὰρ τῶν νόμων αὐταῖς σχεδὸν ἀνιάτως ἔχοντά ἐστιν ἄνευ παρασκευῆς θαυμαστῆς τινος μετὰ τύχης― λέγειν τε ἠναγκάσθην, ἐπαινῶν τὴν ὀρθὴν φιλοσοφίαν, ὡς ἐκ ταύτης ἔστιν τά τε πολιτικὰ δίκαια καὶ τὰ τῶν ἰδιωτῶν πάντα κατιδεῖν· κακῶν οὖν οὐ [326b] λήξειν τὰ ἀνθρώπινα γένη, πρὶν ἂν ἢ τὸ τῶν φιλοσοφούντων ὀρθῶς γε καὶ ἀληθῶς γένος εἰς ἀρχὰς ἔλθῃ τὰς πολιτικὰς ἢ τὸ τῶν δυναστευόντων ἐν ταῖς πόλεσιν ἔκ τινος μοίρας θείας ὄντως φιλοσοφήσῃ.



Μτφρ. Η.Ε. Κορμπέτη. 1997. Πλάτωνος Επιστολή Ζ'.
Εισαγωγή, μετάφραση, σημειώσεις. Αθήνα: Στιγμή.
http://www.ellinikoarxeio.com