Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΛΩΣΣΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ


%CF%86%CE%BF%CE%B9%CE%B2%CE%BF%CF%82.jpg
«Από την εποχή που μίλησε ο Όμηρος ως τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα». Γιώργος Σεφέρης







Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα;
Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;
Οι Έλληνες σήμερα ασχέτως μορφώσεως μιλάμε ομηρικά, αλλά δεν το ξέρομε επειδή αγνοούμε την έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούμε.
Για του λόγου το αληθές θα αναφέρομε μερικά παραδείγματα για να δούμε ότι η Ομηρική γλώσσα όχι μόνο δεν είναι νεκρή, αλλά είναι ολοζώντανη.
Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.
Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Η επίδραση του ελληνικού αλφαβήτου στον εγκέφαλο




Τα φωνήεντα στο αλφάβητο όχι μόνο “δονούν” συγκεκριμένες περιοχές του ανθρώπινου εγκεφάλου αλλά “μεταφράζονται” σε ήχους και αριθμούς.


“Η επίδραση του ολυμπιακού πνεύματος στην ανθρώπινη πρόοδο” ήταν η εισήγηση του καθηγητή Γεωλογίας Σταύρου Π. Παπαμαρινόπουλου, στο πλαίσιο του διεθνούς συνεδρίου με θέμα, η οποία τάραξε τα νερά της επιστημονικής κοινότητας και μάλιστα των γλωσσολόγων.


Φαίνεται ότι την πολυδιάστατη μυστική σχέση γλώσσας, αριθμών, μουσικής αλλά και ανθρώπινης σκέψης γνώριζαν πολύ καλά οι Πυθαγόρειοι.




Φαίνεται ακόμη ότι η αφαίρεση ήχων, όπως το τελικό ν ή ς, ή ακόμη η απλούστευση της ελληνικής γλώσσας έχει αποδυναμώσει την επίδραση που ασκεί στους νευρώνες και τις συνάψεις μας.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

ΗΜΕΡΙΔΑ: ΓΚΡΙΚΟ - Η ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΥΛΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Η ελληνόφωνη περιοχή της Σαλεντινής Ελλάδας βρίσκεται στην Puglia [=Απουλία], νότια της πόλης Lecce. Kάποτε εκτεινόταν σε μια περιοχή μεγαλύτερη από αυτή που παρουσιάζεται σήμερα, σε μια έκταση μεταξύ του Otranto (αρχ. ελλην. Υδρούς) και της Gallipoli (αρχ. ελλην. Καλλίπολις). Σήμερα, η ελληνόφωνη περιοχή του Σαλέντο (100 περίπου τετραγωνικά χλμ.) αποτελείται από έντεκα δήμους: Calimera, Carpignano, Castrignano dei Greci, Corigliano d’Otranto, Martano, Martignano, Soleto, Sternatia, Zollino, Carpiggnano Salentino, Cutrofiano. Τα ίχνη της προϊστορίας που συναντά κανείς μπλέκονται με τα βυζαντινά μνημεία, τον Μεσαίωνα και το μπαρόκ του Lecce.

Η Μ Ε Ρ Ι Δ Α
Το Σάββατο απόγευμα, 17 Δεκεμβρίου 2011, στην

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Τὰ Ἑλληνικὰ τοῦ Νεύτωνος!

Κύττα κάτι πράγματα. Κι ὁ Νεύτων σὲ Ἑλληνικὰ κρατοῦσε τὶς σημειώσεις του ὅταν μελετοῦσε Ἀριστοτέλη! 

Νὰ τὸ πεῖτε αὐτὸ στὴν ὐπουργὸ ἀπαιδείας. 
Βλέπετε, ὁ Νεύτων ἦταν ὁ Νεύτων ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΓΝΩΡΙΖΕ ἄριστα τὴν Ἑλληνική! 
Κάτι ποὺ φυσικὰ ἡ ὑπουργὸς ἀπαιδείας ἀρνεῖται νὰ προσφέρῃ στὰ Ἑλληνόπουλα! 
Σιγὰ μὴν τὴν ἀφήσουν οἱ σύνεδροί της στὴν λέσχη νὰ μᾶς δείξῃ τὸ δρόμο γιὰ τὸν ἐπανελληνισμό μας!
Πρὸς τοῦτο τὴν ἔχουν ἐκεῖ! Σκοταδισμὸς σὲ ὅλο του τὸ μεγαλεῖον! Καὶ μπροστάρης ἡ ἀπαίδευτη καὶ ἀμόρφωτη ὑπουργός!
Στὸ μεταξύ, ἐμεῖς ξέρουμε! 
Μελέτη, μελέτη, μελέτη!
Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀντίστασις! Ἡ πραγματικὴ ἐπανάστασις ποὺ θὰ τοὺς ἀνατρέψῃ διὰ παντός!
Φιλονόη.
Υ.Γ.1. Ξέρω, ξέρω… Ὁ Νεύτων δὲν ἤξερε! Ἡ χἌνα ξέρει!
Υ.Γ. Αὐτὸ τὸ βρῆκα στὸν τοῖχο τῆς Σοφίας. Ἡ φωτογραφία εἶναι ἀπὸ τὴν σελίδα τοῦ  Cambridge 
πηγή

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Το τελειώτερο εργαλείο που επινόησε ποτε ο ανθρώπινος εγκέφαλος, είναι η Ελληνική γλώσσα.


Διαδυκτιακοί μου φίλοι, που υιοθετίσατε με περίσσια ευκολία τον τρόπο επικοινωνίας που σας πλάσαραν τα μιάσματα της νέας τάξης πραγμάτων, τα γρεκοαγγλικά, διαπράττετε έγκλημα κατά της χώρας σας, της ιστορίας σας, των προγόνων σας και κυρίως κατά των παιδιών σας.

Τους στερείτε την μεγαλύτερη κληρονομιά που θα μπορούσε να έχει ένας λαός, τους στερείτε αυτό που δικαιωματικά τους ανήκει και που πολλοί λαοί θα ήθελαν.Τους στερείτε την σκέψη, την αντίληψη, την εξέλιξη, τους στερείτε το μέλλον.

Σταματήστε αυτό το έγκλημα, σταματήστε τα Greeklish...

Ας δούμε τι είπαν για την Ελληνική γλώσσα...

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

Σε Δ΄ πρόσωπο: Μια αιρετική πρόταση στην έκφραση και σύνταξη του Ελληνικού Λόγου


Σε Δ΄ πρόσωπο
Η θεωρία της συνάρθρωσης των τριών προσώπων
Μια αιρετική πρόταση  στην έκφραση και σύνταξη του Λόγου εισηγείται σε τούτο το άρθρο ο Γιάννης Κωβαίος. Αναφέρει χαρακτηριστικά: “Προτείνουμε, λοιπόν, και θέτουμε υπό προβληματισμό την υιοθέτηση του όρου «Δ΄ πρόσωπο», ώστε να συμπεριλαμβάνουμε σε αυτό, όποτε απαιτείται, και τα 3 συγχρόνως. Καθαρά σημειολογικά, προφανώς, και όχι με επινόηση ενός νέου γραμματικού τύπου στα ρήματα ή στις αντωνυμίες, που να αποδίδει αυτό το συμβατικό πρόσωπο ” και καταλήγει με πραότητα “Προσδοκούμε να προβληματισθείτε πάνω στη θεωρία της συνάρθρωσης των τριών προσώπων και όσοι επιθυμούν να καταθέσουν την άποψή τους σε έναν γόνιμο διάλογο! Δε δογματίζουμε, απλώς εισηγούμαστε μια νέα οπτική στη σημαντική των κύριων όρων της σύνταξης,”
«Εύχομαι να ευτυχήσετε και να σας τα φέρει όλα κατ’ ευχήν η ζωή!».
«Και ερωτώ: Μπορείς να το φτιάξεις ή να έρθει ο μάστορας;».
«Ας υποθέσουμε ότι χάνεστε σ’ ένα δάσος. Ποιος θα αναλάβει τις απαραίτητες δράσεις;».
«Πόσοι από εσάς θα διανυκτερεύσουν εδώ σ’ εμάς;».
«Λες να το ξέρω και να τους το κρύβω;».
«Και καλά εσύ που έφταιξες. Εμείς γιατί να πληρώσουμε, εφόσον ευθύνεται άλλος;».
Τι κοινό παρατηρείτε στις πιο πάνω διατυπώσεις ευθέος λόγου; Πρόκειται για συνήθη καθημερινό λόγο, που σε όλες τις περιπτώσεις του χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα και τα 3 πρόσωπα (ανεξάρτητα από τον αριθμό, ενικό ή πληθυντικό): εγώ, εσύ, αυτός-ή-ό, εμείς, εσείς, αυτοί-ές-ά.
Καμιάς γλώσσας η Γραμματική δεν προβλέπει Δ΄ πρόσωπο και δικαίως. Ωστόσο, η «τεχνική» αυτή τακτοποίηση των προσώπων σε 3 παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, ένα έλλειμμα: Απομονώνει στη δική του μόνο πρόταση το κάθε πρόσωπο που ενεργεί ή υφίσταται την ενέργεια του ρήματος, αγνοώντας τη συνύπαρξη και των τριών μαζί σε μία ή περισσότερες συνυφασμένες περιόδους! Στα πιο πάνω παραδείγματα, μέσα από τις απλούστατες και πάγκοινες αυτές περιόδους λόγου, αναδεικνύουμε την αβίαστη συνάρθρωση του Α΄, του Β΄ και του Γ΄ προσώπου, αδιακρίτως ενικού ή πληθυντικού, υποκειμένων ή αντικειμένων. Και αυτό, σε μια εποχή κι έναν πολιτισμό που κατηγορούνται αφενός για τη μαζοποίηση στην οποία ωθούν τα άτομα και αφετέρου για το ακριβώς αντίθετο, για τη μοναξιά και την αλλοτρίωση που επιφέρουν, χωρίς κατ’ ανάγκην κάτι τέτοιο να είναι οξύμωρο, όπως μοιάζει, γιατί βέβαια αυτός ο «ανθρώπινος πολτός» αποτελεί παρά φύσιν μάζα μοναχικών ατόμων και όχι κοινότητα προσώπων, όπως θα άξιζε.
Αλλά και ο έντεχνος λόγος αναδεικνύει συχνά το τριαδικό πρόσωπο. Εντελώς ενδεικτικά θυμίζουμε στίχους από το ποίημα «Δουλειά χωρίς ελπίδα» του Άγγλου πρωτοπόρου του Ρομαντισμού και κορυφαίου θρησκευτικού φιλοσόφου Σάμιουελ Τ. Κόλεριτζ: «Μόνος εγώ μέσα σ’ όλα με δίχως δουλειά τριγυρνάω […] Κι όμως γνωρίζω κάτι άγνωστους όχτους που αμάραντα ανθίζουν,/ ξέρω κρυμμένες πηγές που το νέκταρ σε ρυάκια σκορπίζουν./ Για άλλους, αμάραντα, αλίμονο γι’ άλλους αν θέλετε ανθίστε…» (μτφρ. Λάμπρου Πορφύρα). Ο ποιητής επιστρατεύει ταυτόχρονα και τα 3 πρόσωπα, ώστε πολύ συνειδητά να αποκόψει –σύμφωνα με τις αρχές του ρεύματος που υπηρετεί– το Εγώ (Α΄) από τις ομορφιές της φύσης (Γ΄), με τις οποίες (Β΄) διαλέγεται ακριβώς για να τους ζητήσει αυτό, καθώς και από τους συνανθρώπους.
Ας μας συγχωρηθεί εδώ και μια προσωπική ποιητική κατάθεση: «Έφτιαξε το “σε” ο Πλάστης/ απ’ το πλευρό του “αγαπώ”./ Και είδε και εθαύμασε!/ Τολμάς να παρακούσουμε/ και τούτη τη φορά;». Ο Πλάστης, το Εγώ του «αγαπώ», Εσύ που σου απευθύνω το δίλημμα, Εμείς οι δυο…

Προτείνουμε, λοιπόν, και θέτουμε υπό προβληματισμό την υιοθέτηση του όρου «Δ΄ πρόσωπο», ώστε να συμπεριλαμβάνουμε σε αυτό, όποτε απαιτείται, και τα 3 συγχρόνως. Καθαρά σημειολογικά, προφανώς, και όχι με επινόηση ενός νέου γραμματικού τύπου στα ρήματα ή στις αντωνυμίες, που να αποδίδει αυτό το συμβατικό πρόσωπο. Και το κεφαλαίο Δ προσφέρεται ιδανικά σαν τρίγωνο ή πυραμίδα για την ταξινόμηση των προσώπων, όπως έχει συμβεί με το τριαδικόν, το τρισυπόστατον ή το τρισδιάστατον για ανάλογες οντότητες, έννοιες κ.λπ. στις μυθολογίες, φιλοσοφίες και θρησκείες όλων των λαών από τα βάθη των αιώνων:
Το Α΄ ενικό καταλαμβάνει την αριστερή γωνία της βάσης, καθώς είναι «πρώτο» μεταξύ ίσων (αυτού και του Β΄) και οφείλουμε να του υπενθυμίζουμε και να καλλιεργούμε την ιδέα των «πρωτείων» του προς επίρρωση της μοναδικότητάς του και της ατομικής ευθύνης του, χωρίς όμως να το τοποθετούμε στην κορυφή, όπως η ευκλείδεια Γεωμετρία, οπότε θα ενισχύαμε την οίησή του και θα το απεικονίζαμε να θεωρεί «αφ’ υψηλού» τον «σύντροφό» του. Ιδού, μάλιστα, πώς ο Πλάστης στο πιο πάνω ποίημά μου κατέχει αυτονόητα την κορυφή!
Ατομικότητα και ατομική ευθύνη, λοιπόν, πρωτίστως. Γιατί τόσο η Δημοκρατία όσο και η Δικαιοσύνη (μην είναι αυτά τα δύο κορυφαία «Δ» που ενέπνευσαν τη θεωρία μας;) αφορμώνται και εδράζονται στο κάθε πρόσωπο ξεχωριστά. Τα περί «συλλογικής ευθύνης» όζουν φασισμό (και το βίωσε ανατριχιαστικά η ανθρωπότητα με το Ολοκαύτωμα, με τη σφαγή των νηπίων και με άλλες θηριωδίες), ενώ τα περί «μαζικών φορέων», «μαζικού κινήματος», «ισχυρών ή εύθραυστων πλειοψηφιών», «δίκιου του εργάτη (ή του χούλιγκαν ή οποιουδήποτε άλλου), που ισοδυναμεί με το νόμο» κ.τ.ό. απορρέουν εκ του πονηρού, αποβλέποντας να εξαλείψουν μέσα –ας μας επιτραπεί η λέξη– στο «μπούγιο» τον σεβασμό και τον αυτοσεβασμό, τον αυτοέλεγχο, την ευθυκρισία, την επιχειρηματολογία, την παρρησία επίσης, γιατί όχι και την αυταπάρνηση αν χρειαστεί. Εννοείται ότι στη Δημοκρατία «οι πλειοψηφίες κυβερνούν και οι μειοψηφίες ελέγχουν», ωστόσο η ιστορική πείρα διδάσκει και για τα τραγικά λάθη των πλειοψηφιών (βλ. Σικελική καταστροφή, Μικρασιατική, έλευση Εθνικοσοσιαλισμού, πόλεμος Βιετνάμ κ.λπ.) καθώς και για την αφόρητη δεσποτεία τους, συχνά, πάνω στις μειοψηφίες (βλ. εξευτελισμό από τον Οδυσσέα όχι μειονότητας αλλά του ενός, του μοναδικού με παρρησία και δίκιο σε όλο το στρατό των Αχαιών, του Θερσίτη, γενοκτονίες Αρμενίων, Ποντίων, Ασσυρίων στην Τουρκία, των Αλβανόφωνων στη Σρεμπρένιτσα, των Τούτσι στη Ρουάντα, των χριστιανών του Ιράκ και της Κίνας κ.λπ.). Οπότε, από το «Εγώ» άρξασθε!
Απέναντί του το Β΄ ενικό. Μοιράζονται τη βάση της πυραμίδας και συνομιλούν. Είναι δεδομένη, άλλωστε, η εξίσωση «Άνθρωπος ίσον άνθρωπος και συνάνθρωπος». Διαφορετικά, «άνθρωπος μόνος ή θηρίον ή θεός» κατά Αριστοτέλη. Η διαλεκτική των δύο προσώπων πυροδοτεί τον έρωτα και γεννάει ζωή, ένα τρίτο πρόσωπο δηλαδή, στην κορυφή του Δ! Υφαίνει διάλογο με λόγο και αντίλογο, συνεργασία, αλληλεγγύη, σεβασμό, κατανόηση, παραμυθία, που και αυτά παράγουν ή τροφοδοτούν το Γ΄ πρόσωπο. Στην υγιή σχέση, παρατηρεί ο Έριχ Φρομ, επιτυγχάνεται η ανεπανάληπτη εκείνη εξίσωση: Τα 2 πρόσωπα να γίνονται 1, αλλά κατά βάθος να παραμένουν 2! (Σκέφτονται, συναισθάνονται, ενεργούν σαν ένας άνθρωπος, χωρίς όμως ο ένας να «καπελώνει» ή και να «καταβροχθίζει» τον άλλο ως ασθενέστερο). Και η λαϊκή θυμοσοφία το επιβεβαιώνει με τη διαπίστωση: «Χαρά μοιρασμένη, διπλή χαρά. Πόνος μοιρασμένος, μισός πόνος». Ασφαλώς, και ο ανταγωνισμός και ο πόλεμος και, συλλήβδην, κάθε μορφή παραβατικότητας προϋποθέτουν δύο μέρη. Όμως, ο πολιτισμός αγωνιά να εξανθρωπίζει, όχι να εξαγριώνει. Να καταστέλλει τα πρωτόγονα ένστικτα με όλους τους μηχανισμούς κοινωνικοποίησης, άσχετα αν πολλές φορές αυτοί αποτυγχάνουν στο έργο τους. Επομένως, θα ακολουθήσουμε την οδό της Αρετής και θα εμπνεύσουμε στο Εγώ και στο Εσύ να διαλεχθούν στη βάση της ισοτιμίας. Με άλλα λόγια, στη βάση της πυραμίδας.
Οι δύο «σύντροφοι», «συνεταίροι», «συνομιλητές» κ.τ.ό., το Εγώ και το Εσύ, ήδη και μόνο από αυτή τη θέση συνιστούν για τον παρατηρητή τους Γ΄ πρόσωπο, δυικού αριθμού έως την Ελληνιστική εποχή, έπειτα πληθυντικού: Είναι αυτοί, αυτές ή αυτά και, επομένως, συναντιούνται στην κορυφή του Δ και τους αξίζει η κορυφή! Επιπλέον, όπως και πιο πάνω θίξαμε, ενεργώντας συντείνουν συνηθέστατα στην επίτευξη κάποιου κοινού στόχου, λογουχάρη δημιουργούν μια καινούργια ζωή, φέρνουν σε πέρας μια εργασία, αντιμετωπίζουν έναν κίνδυνο, παίζουν ή απολαμβάνουν κάτι, αλλά και λογομαχούν, διαπληκτίζονται, συγκρούονται, κάποτε και μέχρι θανάτου. Δηλαδή, η ενέργεια και των δύο μαζί ως υποκειμένων μεταβαίνει σε κάποιο ή κάποια αντικείμενα (Γ΄ πρόσωπο), ας πούμε εσύ κι εγώ ιδρύουμε μια εταιρεία (μονόπτωτο ρήμα = ένα αντικείμενο: εταιρεία) και παρακαλούμε τον αδελφό σου να μας βοηθήσει (δίπτωτο ρήμα = δύο αντικείμενα: τον αδελφό, να βοηθήσει). Εδώ, μάλιστα, το «εγώ», το «εσύ» και το «αυτός» τα έχει συνδράμει και το Α΄ πληθυντικό πρόσωπο (ιδρύουμε, παρακαλούμε), άρα το «παιχνίδι» του Δ΄ προσώπου –σε μια τόσο απλή περίοδο– έχει ανοίξει ακόμη περισσότερο! Πέρα, πάντως, από την ύπαρξη του ή των αντικειμένων, σε Γ΄ πρόσωπο μπορεί να συνυπάρξει κι ένα τρίτο ή περισσότερα υποκείμενα: Εγώ, εσύ και ο αδελφός σου θα ιδρύσουμε μια εταιρεία. Το Δ΄ και πάλι εν πλήρει δράσει!
Όσο για τον πληθυντικό, ισχύουν περίπου τα ίδια, αλλά με προστιθέμενη αξία τη δυναμική της ομάδας. Το Α΄ πληθυντικό, τοποθετούμενο στην αριστερή γωνία της πυραμίδας, διαλέγεται και αυτό με το Β΄ πληθυντικό στη δεξιά, σε μια αρμονική επικοινωνία και συνεργασία συνόλων που αντιλαμβάνονται την αξία της αλληλοκατανόησης: Εμείς κι Εσείς θα συνεννοηθούμε, θα συνδιαλλαγούμε, θα συμπορευθούμε. Θα βρούμε, λοιπόν, αυτά που μας ενώνουν και όχι αυτά που μας χωρίζουν (ταυτόχρονα, αντικείμενα του θα βρούμε αλλά και υποκείμενα του μας ενώνουν και του μας χωρίζουν σε Γ΄, φυσικά, πρόσωπο). Πόσο γοητευτικό και παρήγορο ακούγεται να χτίζουν γέφυρες και να συμφιλιώνονται δύο λαοί, δύο κόμματα, οι ηγεσίες και οι πιστοί δύο θρησκειών ή Εκκλησιών, οι οπαδοί δύο ομάδων, οι εργοδότες με τους εργαζομένους, οι γενιές, τα φύλα! Να συναντιούνται και να παράγουν, όπως και τα δύο άτομα, τρίτα πρόσωπα (ως αντικείμενα) ή να συνεπικουρούνται σε κάτι αγαθό από τρίτα πρόσωπα (ως υποκείμενα). Πόσο πολύτιμο για την ανθρωπότητα των ανταγωνισμών, της μισαλλοδοξίας και των συγκρούσεων προβάλλει το Δ΄ πρόσωπο! Αυταπάτη αλλά και αυτοΐαση!
Βέβαια, και στον πληθυντικό ελλοχεύει –και, μάλιστα, καταλυτικότερα λόγω του πλήθους ένθεν και ένθεν και της δυναμικής του– ο κίνδυνος της κακοποιού δράσης του Δ΄ προσώπου. Ωστόσο, σε κάτι εμείς οι Οθωμανοί κι εσείς οι Αιγύπτιοι θα συντρίψουμε εκείνο εκεί το «αλωνάκι» ή εμείς οι Αμερικανοί και εσείς οι «πρόθυμοι» της Ευρώπης θα προλάβουμε να μη χρησιμοποιήσουν τα υποτιθέμενα όπλα μαζικής καταστροφής οι αδίστακτοι Ιρακινοί, Ιρανοί κ.λπ., σε κάτι τέτοια οι ανθρωπιστές αντιτείνουμε ένα ιδιαζόντως υψηλόφρον Δ΄ πρόσωπο: «Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,/ κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;/ Δόξα ’χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.» (Στη θέση του «ελληνικού», ελεύθερος είναι ο καθένας να ορίσει όποιον «κόσμο» κρίνει καταλληλότερο, απλώς υπενθυμίζουμε ότι το Θαύμα του Μεσολογγίου συνήγειρε τότε –και ες αεί– σύσσωμη τη σκεπτόμενη και φιλελεύθερη ανθρωπότητα!).
Τα ίδια ισχύουν, φυσικά, και σε συνδυασμούς προσώπων από ενικό και πληθυντικό, αρκεί να χρησιμοποιούνται τα 3 πρόσωπα (βλ. παραλλαγές στα εισαγωγικά παραδείγματα 1, 3, 5, 6 καθώς και στον Κόλεριτζ). Σε τελευταία ανάλυση, η εκεχειρία στην περίφημη διαμάχη ενός ολόκληρου αιώνα μεταξύ Ψυχολογίας, που προέτασσε το Άτομο έναντι της Κοινωνίας, και Κοινωνιολογίας, που έδινε προτεραιότητα στην Κοινωνία έναντι του Ατόμου, διαμάχη η οποία έληξε αισίως με… ισόπαλο και αυτονόητο αποτέλεσμα, δηλαδή με κοινή παραδοχή ότι Άτομο και Κοινωνία βρίσκονται σε διαρκή α λ λ η λ ε π ί δ ρ α σ η, η εκεχειρία αυτή συνάρθρωσε είτε το Εγώ (Α΄ ενικό) είτε το Εσύ (Β΄ ενικό) με την Κοινωνία (που δεν μπορεί να νοηθεί διαφορετικά παρά σε Γ΄ πληθυντικό ως αποτελούμενη από πλήθος ατόμων). Συνεπώς, και καταστατικά προβλέπεται –αν όχι επιβάλλεται– στη σχέση του καθενός μας με την Κοινωνία η διαπλοκή των δύο αριθμών. Και αυτή, ωστόσο, σταθερά λειτουργεί σε Δ΄ πρόσωπο, αφού το κάθε Εγώ έχει απέναντί του τα Εσείς και όλα μαζί συναπαρτίζουν την κοινότητα και ανατροφοδοτούνται αενάως από εκείνη.
Προλαμβάνοντας, πάντως, πιθανές ενστάσεις του τύπου «και γιατί να αποδίδουμε μαζί τα 3 πρόσωπα και όχι, κατ’ αρχάς, τα 2 –ας πούμε το Α΄ μαζί με το Γ΄;» προσχωρούμε ασμένως σε ένα τέτοιο αίτημα. Απλώς παραπέμπουμε και πάλι στο τρίγωνο του Δ, υποδεικνύοντας στον χρήστη του λόγου που θέλει να απεικονίσει μαζί 2 από τα 3 πρόσωπα να το πράξει με τα γράμματά τους, όπως κάνουμε δηλαδή για να ονομάσουμε τις πλευρές κάθε τριγώνου. Πιο σχολαστικά, μάλιστα, μπορούμε να προσδιορίζουμε ακόμη και τη «φορά» της εκάστοτε συνάρθρωσης: Α΄Β΄, Α΄Γ΄, ´ô, Β΄Α΄, Γ΄Α΄, ô´, ανάλογα με το ποιο από τα δύο εκκινεί κάθε φορά τη δράση, ποιο έχει την «πρωτοβουλία».
*
Με όσα «αιρετικά» αναπτύξαμε πιο πάνω, δε γνωρίζουμε πόσο πειστικοί σταθήκαμε, αν δηλαδή παρωθήσουμε κάποιους σε μια διαδικασία αναστοχασμού πάνω στην ιδέα ή αν αυτή τύχει μιας αβασάνιστης ή και με θυμηδία απόρριψης. Θα ελπίσουμε το πρώτο, ώστε να βρούμε συνομιλητές, που θα θελήσουν να εκφράσουν τις απορίες, τις ενστάσεις ή και τα συμπληρωματικά επιχειρήματά τους για τη βελτίωση του προσχεδίου αυτού, όπως ήδη, μάλιστα, μάλιστα, έχουν πράξει εκλεκτοί φίλοι και συνάδελφοι, που τους κατέστησα κοινωνούς της θεωρίας πριν από τη δημοσίευση και στους οποίους είμαι ευγνώμων.
Ή, για να το πούμε σε Δ΄ πρόσωπο: Προσδοκούμε να προβληματισθείτε πάνω στη θεωρία της συνάρθρωσης των τριών προσώπων και όσοι επιθυμούν να καταθέσουν την άποψή τους σε έναν γόνιμο διάλογο! Δε δογματίζουμε, απλώς εισηγούμαστε μια νέα οπτική στη σημαντική των κύριων όρων της σύνταξης, όπως συνήθιζε ανέκαθεν αυτός ο ανήσυχος λαός να πράττει κατά την ακμαία πορεία της Γλώσσας του μέχρι την Ελληνιστική Κοινή, εμπλουτίζοντάς την με ουδέτερο γένος, με δυικό αριθμό, με νέες εγκλίσεις. Αυτός ο ανήσυχος, ρέκτης και απαιτητικός λαός, που γνωρίζει πολύ καλά ότι τα εργαλεία ουδέποτε απλουστεύονται, αντίθετα γίνονται πιο πολύπλοκα με τον καιρό, δηλαδή βελτιώνονται!
Από τη ΝΕΑ ΕΥΘΥΝΗ, τχ. 6, Ιούλιος-Αύγουστος 2011 





 

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011

Η περιπέτεια ενός μικρού γράμματος, η περιπέτεια μιας ολόκληρης γλώσσας. Το ασήμαντο ζήτημα του τελικού ν.

 
Οι περισσότεροι φιλόλογοι, από αυτούς που διδάσκουν την Ελληνική Γλώσσα στα παιδιά μας στο Γυμνάσιο και το Λύκειο, αν ερωτηθούν για γλωσσικά θέματα πέριξ των οποίων υπάρχει διχογνωμία, απλώς θα ανοίξουν ένα λεξικό ή ένα “εγκεκριμένο” βιβλίο γραμματικής, και από εκεί μέσα θα δώσουν την απάντησή τους, με βιάση και με σιγουριά. Καμιά αμφισβήτηση των κατεστημένων κανόνων, κανένα ερώτημα για το κύρος τους και την λειτουργικότητά τους. Είναι όμως έτσι;



Θα προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις, όχι με την προσέγγιση ενός τυπικού σχολικού δασκάλου των Ελληνικών, αλλά με την ματιά και τα κριτήρια ενός μηχανικού. Ναι! Ενός μηχανικού, που υποψιάζεται ότι η ποιότητα μιας γλώσσας (όπως και μιας γλώσσας προγραμματισμού) είναι άμεση συνάρτηση της σαφήνειας και της λειτουργικότητάς της. Όσες περισσότερες έννοιες και λογικές αποχρώσεις μπορεί να περιγράψει, και όσο περισσότερο τις περιγράφει με δυνατότητα και αίτημα διάκρισης της μιας από την άλλη, και όσο “λακωνικότερα” το καταφέρνει, τόσο πλουσιότερη και λειτουργικότερη είναι.

Σημάδια “α-μηχανίας” και ποιοτικής υποβάθμισης της γλώσσας μας φαίνονται στην εποχή μας όλο και περισσότερα. Δεν έχουν να κάνουν με την ούτως ή άλλως νομοτελειακή μετάλλαξη της -κάθε- γλώσσας μέσα στον χρόνο, αλλά με την ποιότητα και την κατεύθυνση αυτής της μετάλλαξης. Ένα τέτοιο -μικρό, τοσοδά- σημαδάκι είναι το ζήτημα της διατήρησης ή άλλοτε της απώλειας του τελικού ν σε κάποιες λέξεις μας.



Είμαι από αυτούς που πιστεύω ότι κακώς κατά την γραφή της “καθομιλουμένης” Ελληνικής γλώσσας έχει υπεισέλθει αυτό το ζήτημα. Η γνώμη μου είναι ότι πρέπει σε κάθε περίπτωση να διατηρείται, και αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια ιδεολογικοποίηση της γλώσσας, αλλά με λόγους λειτουργικότητας και σαφήνειας, αλλά και βαθύτερης εξυπηρέτησης νοητικών κυρίως αναγκών.
Με την αρχική διαπίστωση ότι από όσες γλώσσες γνωρίζω, καμμιά τους δεν μεταβάλλει τα άρθρα της -ή άλλες λέξεις- αναλόγως προς το αρχικό γράμμα της επομένης, ας παραθέσω τις ενστάσεις μου:

1) Με την απώλεια του τελικού ν προκύπτει σύγχυση μεταξύ του ουδετέρου και του αρσενικού άρθρου, τόσο του οριστικού (τον-το), όσο και του αορίστου (έναν-ένα, κλπ), αλλά και ασάφεια στις πτώσεις αιτιατική και ονομαστική. Και ως γνωστόν η ασάφεια αποτελεί γνώρισμα κακής ποιότητας σε μια γλώσσα.

2) Στο θηλυκό οριστικό άρθρο η αιτιατική καταλαμβάνει την θέση της δοτικής, την οποίαν επιφυλάσσομαι ως χρήστης στης διαχρονικής Ελληνικής να την χρησιμοποιώ όταν το θεωρώ σκόπιμο.

3) Επιβαρύνεται ακόμα η γραμματική της γλώσσας με περίπλοκους κανόνες που όχι μόνο είναι περιττοί, αλλά και επιζήμιοι, διότι:
Ακριβώς επειδή οι κανόνες απώλειας του τελικού ν δεν εξυπηρετούν την λειτουργικότητα και την σαφήνεια της γλώσσας, αλλά επιχειρούν τεχνητώς να εισάγουν στοιχεία φωνητικής γραφής (ξένης προς μιαν ιστορική γλώσσα), αυτοί βρίθουν εξαιρέσεων. Και μάλιστα για τις εξαιρέσεις αυτές διατυπώνονται ποικίλες απόψεις. Κάποιοι παραδέχονται άλλες εξαιρέσεις, κάποιοι άλλοι άλλες, και τελικά δεν συμφωνεί κανείς με κανέναν. Τελικά όμως ακόμα και έτσι οι τελικοί χρήστες της Ελληνικής (εμείς δηλαδή) θυμούνται -όπως είναι φυσικό- γενικώς και απλουστευμένως τον κανόνα, αλλά όχι και τις εξαιρέσεις, με αποτέλεσμα την καταχρηστική και γενική εφαρμογή του, και την επισημοποίηση χονδροειδών σφαλμάτων:
Το δεν έγινε δε, δηλαδή κάτι εντελώς διαφορετικό, το σαν έγινε σα, και αν επεκτείνουμε έτσι το αν θα πρέπει να γίνει α, το λοιπόν λοιπό, κλπ.
Ειδικά με την σύγχυση του δεν και του δε, μπορεί πολύ εύκολα σε μια φράση να αποδοθούν εντελώς διαφορετικά νοήματα κάθε φορά, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο.
Επίσης μεγάλη σύγχυση δημιουργείται όταν αποβάλλεται το ν από την αρσενική αντωνυμία, “τον”, πολύ περισσότερο από ότι στο άρθρο, δυσκολεύοντας στο να γίνει κατανοητό το νόημα μιας λογικής φράσης.

4) Η σύγχυση μεταξύ αρσενικού και ουδετέρου είναι εντονότερη, σε βαθμό μη αντιστρέψιμο, όταν έχουμε να κάνουμε με ξενικά ονόματα όπου δεν είναι ξεκάθαρο το γένος του ονόματος (Θα πούμε το Νιούτον, ή τον Νιούτον; - είναι δυο διαφορετικά πράγματα) ή όταν έχουμε να κάνουμε με αρκτικόλεξα (θα πούμε το ΜΟΘ ή τον ΜΟΘ; -Μοτοσυκλετιστικός Όμιλος Θεσσαλονίκης). Στην περίπτωση δε όσων μαθαίνουν την Ελληνική ως ξένη γλώσσα, αυτό καταντάει τραγικό.

5) Η σύγχυση μεταξύ αιτιατικής και ονομαστικής, ουδετέρου και αρσενικού άρθρου, κλπ, έχει και ένα ακόμα σοβαρό αλλά και σχετικά αφανές αποτέλεσμα: Επειδή η γλώσσα δεν είναι τόσο εργαλείο επικοινωνίας, όσο εργαλείο έλλογης σκέψης, μέσα μας, ειδικά ημών των νεοτέρων γενεών, αρχίζουν και αλλοιώνονται οι λεπτές νοηματικές αποχρώσεις του λόγου, και άρα ο νοηματικός πλούτος της Ελληνικής δεν περνά στον τρόπο που συλλογιζόμαστε, και έτσι αμβλύνεται η δυνατότητά μας για οξύνοες λογισμούς.
Το κακό βέβαια είναι ότι η γενικότερη πτώχευση και υποβάθμιση της γλώσσας μας, όχι μόνο μορφολογική αλλά και εννοιολογική, έχει άμεσον τραγικόν αντίκτυπο στην σκέψη μας και την οξύνοιά μας.

6) Σε κάθε περίπτωση δεν ευσταθεί το επιχείρημα της ευφωνίας, διότι έχουμε να κάνουμε με γραπτόν λόγο και όχι με προφορικό. Μπορούμε να γράφουμε το τελικό ν, αλλά όπου επιλέγουμε να μην το προφέρουμε, ή απλώς να το “ψαύουμε”, (αναλόγως με την εκάστοτε τοπική προφορά για παράδειγμα), όπως πχ γράφουμε ποιός, αλλά προφέρουμε οι περισσότεροι πχιός, γράφουμε φωτιά, αλλά προφέρουμε φωτχιά, πλην της Ποντιακής, όπου λέμε φωτία, γράφουμε και, αλλά στην Κρήτη και αλλού θα ακούσουμε τσέ.
Το αντίθετο μάλιστα, αν εμμείνουμε σε εφαρμογή στοιχείων φωνητικής γραφής, τότε αφαιρούμε την “γλωσσική βιοποικιλότητα” που κρατά την γλώσσα μας όντως ζωντανή. Θεωρώ ότι δεν μπορεί να επιβάλλουμε στον Πόντιο να μην χρησιμοποιεί το τελικό ν, το οποίο κατά παράδοση προφέρει. Η φωνητική γραφή σε μια γλώσσα καταργεί την ελευθερία των επιμέρους ομάδων στον δικό τους προφορικό τρόπο.


Ελπίζω αν όχι να έπεισα, τουλάχιστο να προβλημάτισα τον αναγνώστη. Όταν επεμβαίνουμε απρόσεκτα και άκριτα με κατασκευασμένους “κανόνες” σε ένα τόσο λεπτό και περίπλοκο σύστημα επικοινωνίας και σκέψης, όσο η Ελληνική Γλώσσα, τότε το αναμενόμενο είναι να δημιουργήσουμε σωρεία προβλημάτων που αρχικά δεν είχαμε καν φανταστεί.

Προσωπικά χρησιμοποιώντας παντού το τελικό ν, βρίσκω, χρόνια τώρα, ότι η χρήση του είναι λειτουργικότατη, και κανένα πρόβλημα δεν δημιουργεί, εκτός ίσως από το ότι ξενίζει τους εθισμένους στην σχολική “Νεοελληνική Γραμματική”. Διατηρώ όμως για τον εαυτό μου το δίκαιον της χρήσης αυτού του “παλαιομοδίτικου” τρόπου....

Ουκ ειμί Έλλην; Ουκ ειμί ελεύθερος;

ΠΗΓΗ